Το πρώτο μέρος της ιστορίας από τον Πέτρο.
Το δεύτερο από την Αριστέα.
Και συνεχίζω εδώ με το τρίτο μέρος
Ακατανίκητη έλξη
Της άναψε το τσιγάρο κι έτεινε το χέρι του προς το μέρος της.
-Στέλιος, συστήθηκε.
-Βάσια, χάρηκα
Η χειραψία του, δυνατή και ζεστή, της έκανε εντύπωση. Το άγγιγμα των δαχτύλων του, αν και τραχύ, της προκάλεσε ανατριχίλα σε όλο το κορμί κι έβαψε τα μάγουλά της κόκκινα με μια έξαψη πρωτόγνωρη. Τον παρατήρησε για λίγο. Ήταν άνθρωπος του μόχθου και φαινόταν. Τίποτα δεν του είχε χαριστεί. Τα ρούχα του, φτωχικά και απλά. Ένα μπλε τζιν, γκρι καρό πουκάμισο, μαύρα μποτάκια και μαύρο κοτλέ σακάκι. Όλα πολυκαιρισμένα, αλλά πεντακάθαρα και καλοσιδερωμένα φροντισμένα με επιμέλεια. Στα μαλλιά του είχαν ήδη εμφανιστεί, πολύ πρώιμα είναι η αλήθεια, οι πρώτες γκρίζες τρίχες. Όμως αυτό που τη μαγνήτισε περισσότερο ήταν το βλέμμα του, έντονο και βαθύ, την απογύμνωνε με την καθαρότητά του. Κι όμως μέσα του διέκρινε καθαρά κάποιες ρωγμές, σαν αυτές που αφήνουν τα παλιά τραύματα.
-Λοιπόν, εγώ να πηγαίνω τώρα.Να πηγαίνει; Πού; Κιόλας; Ακόμα δεν ήρθε! Πανικοβλήθηκε! Με ένα θάρρος πρωτόγνωρο για το χαρακτήρα της, ακούμπησε το μπράτσο του.
-Έλεγα να τσιμπήσω κάτι. Μήπως θα ήθελες να μου κάνεις παρέα;
Το χαμόγελό του τη ζέστανε σαν τον ανοιξιάτικο ήλιο.
-Θα το ήθελα πολύ... αν με αφήσεις να κεράσω...
Η πρότασή του την ξάφνιασε. Ήξερε από τον κυρ- Μιχάλη πόσο δύσκολα τα έφερνε βόλτα. Στην αρχή πήγε να αρνηθεί, αλλά τελικά αποφάσισε να μην τον προσβάλει.
-Υπό έναν όρο! Μετά κερνάω παγωτό!
-Φύγαμε!
Ξεκίνησαν να περπατούν δίπλα δίπλα, σαν δυο παλιοί γνώριμοι. Αποφάσισαν να μην καθίσουν κάπου, αλλά να περπατήσουν στα στενά της Πλάκας, τρώγοντας κάτι πρόχειρο. Μετά τις αρχικές της αντιρρήσεις, ο Στέλιος την έπεισε τελικά να δοκιμάσει το διάσημο κεμπάπ του Θανάση, το οποίο ομολογουμένως ήταν πεντανόστιμο. Συνέχισαν τη βόλτα τους στην παλιά Αθήνα. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη κι ο ένας δε χόρταινε την παρέα του άλλου. Ανηφόρισαν προς τα γραφικά Αναφιώτικα. Η Βάσια ένιωθε πως αν την άφηνες εκεί σίγουρα θα χανόταν. Ο Στέλιος όμως έμοιαζε να γνωρίζει σπιθαμή προς σπιθαμή κάθε στενό.Ρωτώντας τον, έμαθε πως εκεί είχε περάσει όλη του τη ζωή, το πατρικό του σπίτι ήταν μόλις λίγα στενά παρακάτω, ένα μικρό κτίσμα με δυο δωμάτια και κήπο. Όσο ζούσε η μάνα του ο κήπος μοσχομύριζε από τις γαρδένιες, τις φρέζες και τα μυρωδικά. Μετά το θάνατό της, όλα ρήμαξαν. Από τότε που αρρώστησε κι ο πατέρας του και μπήκε στην κλινική, μόλις και μετά βίας το συντηρεί ο ίδιος, όχι δηλαδή σπουδαία πράγματα, απλά να είναι όσο δυνατόν καθαρό και τακτοποιημένο. Σε μια στιγμή, καθώς είχαν σταθεί και θαύμαζαν τις ολάνθισες βουκαμβίλιες, την τράβηξε σιγανά, την ακούμπησε με την πλάτη στον τοίχο, έκυψε και τη φίλησε απαλά. Όταν είδε πως δεν προέβαλε καμιά αντίσταση, έβαλε τα μάγουλά της ανάμεσα στα χέρια του και τη φίλησε ξανά, αυτή τη φορά πιο έντονα, πιο βαθιά κι απέμεινε μετά να την κοιτάζει επίμονα, με το πρόσωπό του κολλημένο στο δικό της. Λόγια δεν ειπώθηκαν, παρά μόνο ένας μυστικός διάλογος άρχισε ανάμεσα στα βλέμματα. "Τι θες απο μενα;" "Εσένα" "Φοβάμαι"" Κι εγώ" " Εισαι αλλιώτικος από όσους έχω γνωρίσει" " Κι εσύ τόσο διαφορετική από τις γυναίκες που ε΄χω συναντήσει" " Και τώρα;" " Σε θέλω" " Κι εγώ"...
Την πήρε από το χέρι και συνέχισαν να περπατάνε χωρίς να μιλάνε. Άνοιξε την καγκελόπορτα του κήπου κι εκείνη έτριξε. Ναι, η εγκατάλειψη ήταν εμφανής, όμως μια μυρωδιά καθαριότητας απλωνόταν στο χώρο. Μπηκαν στο σπίτι, την οδήγησε στην κάμαρά του. Άρχισε και πάλι να τη φιλάει, στα μάτια, στα μαλλιά, στο λαιμό, στα χέρια. Βάλθηκε να ξεκουμπώνει ένα ένα τα κουμπιά του λευκού της πουκάμισου και κάθε επαφή με το δέρμα της την έκανε να καίγεται ολόκληρη. Πέρασε τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά του, άγγιξε το στέρνο του και μια μεγάλη ουλή στα αριστερά κάτω από το στήθος - θα τον ρωτούσε για αυτό αργότερα- έσκυψε πάνω του και ρούφηξε τη μυρωδιά του. Τα χάδια εναλλάσσονταν με τα φιλιά και αυτά έδιναν τη σειρά τους στα λόγια, τους ψίθυρους και τους αναστεναγμούς. Έκαναν έρωτα σαν να ήταν κι οι δυο λευκά χαρτιά, που για πρώτη φορά κάποιος έγραφε πάνω τους, τόσο απλά αλλά και τόσο βίαια, από τον κατακλυσμό των συναισθημάτων που τους έπνιγε. Αφέθηκαν σώμα και ψυχή στο ταξίδι κι όταν τελικά έγιναν ένα, απολύτως ένα, αποκοιμήθηκαν αποκαμωμένοι.
Όταν ξύπνησε, είχε ήδη νυχτώσει. Άναψε το φωτιστικό στο κομοδίνο, ψηλαφίζοντας. Τον κοίταξε να κοιμάται δίπλα της, τόσο γαλήνιος, τόσο υπέροχα παραδομένος, τόσο όμορφος. Δε θέλησε να τον ξυπνήσει. Πάνω στο κομοδίνο είχε ακουμπήσει τα τσιγάρα του.Έστριψε ένα, αλλά ο αναπτήρας δεν ήταν μέσα στο πακέτο. Άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου να δει μήπως είχε κανέναν εκεί ξεχασμένο. Ψάχνοντας, έπιασε κάτι μεταλλικό και στρογγυλό. Ένα δαχτυλίδι ίσως; Το έβγαλε, μη μπορώντας να αντισταθεί στην περιέργεια. Ήταν όντως ένα δαχτυλίδι χρυσό, για την ακρίβεια μια χρυσή βέρα. Στην εσωτερική πλευρά χαραγμένη η αφιέρωση "Μαρίνα & Στέλιος...Για πάντα μαζί..."
Ξαφνικά, το δωμάτιο γύρω της πάγωσε, οι τοίχοι άρχισαν να την πλησιάζουν επικίνδυνα, ο αέρας λιγόστευε, δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Μάταια προσπαθούσε να πρυτανεύσει μέσα της η λογική, ότι κάποια εξήγηση θα υπήρχε, δεν μπορεί, αν τον ξυπνούσε, αν τον ρωτούσε... Όχι, όχι! Έπρεπε να φύγει από εκεί μέσα αμέσως! Ντύθηκε βιαστικά μέσα στο σκοτάδι κι έφυγε ακροπατώντας. Έκλεισε πίσω της την πόρτα με δάκρυα στα μάτια κι ούτε που κατάλαβε πως το μπλε μαντήλι της είχε λυθεί κι είχε απομείνει πεσμένο πάνω στα ξερά χόρτα...
Το δεύτερο από την Αριστέα.
Και συνεχίζω εδώ με το τρίτο μέρος
Ακατανίκητη έλξη
Της άναψε το τσιγάρο κι έτεινε το χέρι του προς το μέρος της.
-Στέλιος, συστήθηκε.
-Βάσια, χάρηκα
Η χειραψία του, δυνατή και ζεστή, της έκανε εντύπωση. Το άγγιγμα των δαχτύλων του, αν και τραχύ, της προκάλεσε ανατριχίλα σε όλο το κορμί κι έβαψε τα μάγουλά της κόκκινα με μια έξαψη πρωτόγνωρη. Τον παρατήρησε για λίγο. Ήταν άνθρωπος του μόχθου και φαινόταν. Τίποτα δεν του είχε χαριστεί. Τα ρούχα του, φτωχικά και απλά. Ένα μπλε τζιν, γκρι καρό πουκάμισο, μαύρα μποτάκια και μαύρο κοτλέ σακάκι. Όλα πολυκαιρισμένα, αλλά πεντακάθαρα και καλοσιδερωμένα φροντισμένα με επιμέλεια. Στα μαλλιά του είχαν ήδη εμφανιστεί, πολύ πρώιμα είναι η αλήθεια, οι πρώτες γκρίζες τρίχες. Όμως αυτό που τη μαγνήτισε περισσότερο ήταν το βλέμμα του, έντονο και βαθύ, την απογύμνωνε με την καθαρότητά του. Κι όμως μέσα του διέκρινε καθαρά κάποιες ρωγμές, σαν αυτές που αφήνουν τα παλιά τραύματα.
-Λοιπόν, εγώ να πηγαίνω τώρα.Να πηγαίνει; Πού; Κιόλας; Ακόμα δεν ήρθε! Πανικοβλήθηκε! Με ένα θάρρος πρωτόγνωρο για το χαρακτήρα της, ακούμπησε το μπράτσο του.
-Έλεγα να τσιμπήσω κάτι. Μήπως θα ήθελες να μου κάνεις παρέα;
Το χαμόγελό του τη ζέστανε σαν τον ανοιξιάτικο ήλιο.
-Θα το ήθελα πολύ... αν με αφήσεις να κεράσω...
Η πρότασή του την ξάφνιασε. Ήξερε από τον κυρ- Μιχάλη πόσο δύσκολα τα έφερνε βόλτα. Στην αρχή πήγε να αρνηθεί, αλλά τελικά αποφάσισε να μην τον προσβάλει.
-Υπό έναν όρο! Μετά κερνάω παγωτό!
-Φύγαμε!
Ξεκίνησαν να περπατούν δίπλα δίπλα, σαν δυο παλιοί γνώριμοι. Αποφάσισαν να μην καθίσουν κάπου, αλλά να περπατήσουν στα στενά της Πλάκας, τρώγοντας κάτι πρόχειρο. Μετά τις αρχικές της αντιρρήσεις, ο Στέλιος την έπεισε τελικά να δοκιμάσει το διάσημο κεμπάπ του Θανάση, το οποίο ομολογουμένως ήταν πεντανόστιμο. Συνέχισαν τη βόλτα τους στην παλιά Αθήνα. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη κι ο ένας δε χόρταινε την παρέα του άλλου. Ανηφόρισαν προς τα γραφικά Αναφιώτικα. Η Βάσια ένιωθε πως αν την άφηνες εκεί σίγουρα θα χανόταν. Ο Στέλιος όμως έμοιαζε να γνωρίζει σπιθαμή προς σπιθαμή κάθε στενό.Ρωτώντας τον, έμαθε πως εκεί είχε περάσει όλη του τη ζωή, το πατρικό του σπίτι ήταν μόλις λίγα στενά παρακάτω, ένα μικρό κτίσμα με δυο δωμάτια και κήπο. Όσο ζούσε η μάνα του ο κήπος μοσχομύριζε από τις γαρδένιες, τις φρέζες και τα μυρωδικά. Μετά το θάνατό της, όλα ρήμαξαν. Από τότε που αρρώστησε κι ο πατέρας του και μπήκε στην κλινική, μόλις και μετά βίας το συντηρεί ο ίδιος, όχι δηλαδή σπουδαία πράγματα, απλά να είναι όσο δυνατόν καθαρό και τακτοποιημένο. Σε μια στιγμή, καθώς είχαν σταθεί και θαύμαζαν τις ολάνθισες βουκαμβίλιες, την τράβηξε σιγανά, την ακούμπησε με την πλάτη στον τοίχο, έκυψε και τη φίλησε απαλά. Όταν είδε πως δεν προέβαλε καμιά αντίσταση, έβαλε τα μάγουλά της ανάμεσα στα χέρια του και τη φίλησε ξανά, αυτή τη φορά πιο έντονα, πιο βαθιά κι απέμεινε μετά να την κοιτάζει επίμονα, με το πρόσωπό του κολλημένο στο δικό της. Λόγια δεν ειπώθηκαν, παρά μόνο ένας μυστικός διάλογος άρχισε ανάμεσα στα βλέμματα. "Τι θες απο μενα;" "Εσένα" "Φοβάμαι"" Κι εγώ" " Εισαι αλλιώτικος από όσους έχω γνωρίσει" " Κι εσύ τόσο διαφορετική από τις γυναίκες που ε΄χω συναντήσει" " Και τώρα;" " Σε θέλω" " Κι εγώ"...
Την πήρε από το χέρι και συνέχισαν να περπατάνε χωρίς να μιλάνε. Άνοιξε την καγκελόπορτα του κήπου κι εκείνη έτριξε. Ναι, η εγκατάλειψη ήταν εμφανής, όμως μια μυρωδιά καθαριότητας απλωνόταν στο χώρο. Μπηκαν στο σπίτι, την οδήγησε στην κάμαρά του. Άρχισε και πάλι να τη φιλάει, στα μάτια, στα μαλλιά, στο λαιμό, στα χέρια. Βάλθηκε να ξεκουμπώνει ένα ένα τα κουμπιά του λευκού της πουκάμισου και κάθε επαφή με το δέρμα της την έκανε να καίγεται ολόκληρη. Πέρασε τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά του, άγγιξε το στέρνο του και μια μεγάλη ουλή στα αριστερά κάτω από το στήθος - θα τον ρωτούσε για αυτό αργότερα- έσκυψε πάνω του και ρούφηξε τη μυρωδιά του. Τα χάδια εναλλάσσονταν με τα φιλιά και αυτά έδιναν τη σειρά τους στα λόγια, τους ψίθυρους και τους αναστεναγμούς. Έκαναν έρωτα σαν να ήταν κι οι δυο λευκά χαρτιά, που για πρώτη φορά κάποιος έγραφε πάνω τους, τόσο απλά αλλά και τόσο βίαια, από τον κατακλυσμό των συναισθημάτων που τους έπνιγε. Αφέθηκαν σώμα και ψυχή στο ταξίδι κι όταν τελικά έγιναν ένα, απολύτως ένα, αποκοιμήθηκαν αποκαμωμένοι.
Όταν ξύπνησε, είχε ήδη νυχτώσει. Άναψε το φωτιστικό στο κομοδίνο, ψηλαφίζοντας. Τον κοίταξε να κοιμάται δίπλα της, τόσο γαλήνιος, τόσο υπέροχα παραδομένος, τόσο όμορφος. Δε θέλησε να τον ξυπνήσει. Πάνω στο κομοδίνο είχε ακουμπήσει τα τσιγάρα του.Έστριψε ένα, αλλά ο αναπτήρας δεν ήταν μέσα στο πακέτο. Άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου να δει μήπως είχε κανέναν εκεί ξεχασμένο. Ψάχνοντας, έπιασε κάτι μεταλλικό και στρογγυλό. Ένα δαχτυλίδι ίσως; Το έβγαλε, μη μπορώντας να αντισταθεί στην περιέργεια. Ήταν όντως ένα δαχτυλίδι χρυσό, για την ακρίβεια μια χρυσή βέρα. Στην εσωτερική πλευρά χαραγμένη η αφιέρωση "Μαρίνα & Στέλιος...Για πάντα μαζί..."
Ξαφνικά, το δωμάτιο γύρω της πάγωσε, οι τοίχοι άρχισαν να την πλησιάζουν επικίνδυνα, ο αέρας λιγόστευε, δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Μάταια προσπαθούσε να πρυτανεύσει μέσα της η λογική, ότι κάποια εξήγηση θα υπήρχε, δεν μπορεί, αν τον ξυπνούσε, αν τον ρωτούσε... Όχι, όχι! Έπρεπε να φύγει από εκεί μέσα αμέσως! Ντύθηκε βιαστικά μέσα στο σκοτάδι κι έφυγε ακροπατώντας. Έκλεισε πίσω της την πόρτα με δάκρυα στα μάτια κι ούτε που κατάλαβε πως το μπλε μαντήλι της είχε λυθεί κι είχε απομείνει πεσμένο πάνω στα ξερά χόρτα...