Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ ΣΥΝ ΕΝΑΣ ΜΠΛΟΓΚΕΡ... ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ

Το πρώτο μέρος της ιστορίας από τον Πέτρο.
Το δεύτερο από την Αριστέα.

Και συνεχίζω εδώ με το τρίτο μέρος

Ακατανίκητη έλξη

Της άναψε το τσιγάρο κι έτεινε το χέρι του προς το μέρος της.
-Στέλιος, συστήθηκε.
-Βάσια, χάρηκα
Η χειραψία του, δυνατή και ζεστή, της έκανε εντύπωση. Το άγγιγμα των δαχτύλων του, αν και τραχύ, της προκάλεσε ανατριχίλα σε όλο το κορμί κι έβαψε τα μάγουλά της κόκκινα με μια έξαψη πρωτόγνωρη. Τον παρατήρησε για λίγο. Ήταν άνθρωπος του μόχθου και φαινόταν. Τίποτα δεν του είχε χαριστεί. Τα ρούχα του, φτωχικά και απλά. Ένα μπλε τζιν, γκρι καρό πουκάμισο, μαύρα μποτάκια και μαύρο κοτλέ σακάκι. Όλα πολυκαιρισμένα, αλλά πεντακάθαρα και καλοσιδερωμένα φροντισμένα με επιμέλεια. Στα μαλλιά του είχαν ήδη εμφανιστεί, πολύ πρώιμα είναι η αλήθεια, οι πρώτες γκρίζες τρίχες. Όμως αυτό που τη μαγνήτισε περισσότερο ήταν το βλέμμα του, έντονο και βαθύ, την απογύμνωνε με την καθαρότητά του. Κι όμως μέσα του διέκρινε καθαρά κάποιες ρωγμές, σαν αυτές που αφήνουν τα παλιά τραύματα.
-Λοιπόν, εγώ να πηγαίνω τώρα.Να πηγαίνει; Πού; Κιόλας; Ακόμα δεν ήρθε! Πανικοβλήθηκε! Με ένα θάρρος πρωτόγνωρο για το χαρακτήρα της, ακούμπησε το μπράτσο του.
-Έλεγα να τσιμπήσω κάτι. Μήπως θα ήθελες να μου κάνεις παρέα;
Το χαμόγελό του τη ζέστανε σαν τον ανοιξιάτικο ήλιο.
-Θα το ήθελα πολύ... αν με αφήσεις να κεράσω...
Η πρότασή του την ξάφνιασε. Ήξερε από τον κυρ- Μιχάλη πόσο δύσκολα τα έφερνε βόλτα. Στην αρχή πήγε να αρνηθεί, αλλά τελικά αποφάσισε να μην τον προσβάλει.
-Υπό έναν όρο! Μετά κερνάω παγωτό!
-Φύγαμε!
Ξεκίνησαν να περπατούν δίπλα δίπλα, σαν δυο παλιοί γνώριμοι. Αποφάσισαν να μην καθίσουν κάπου, αλλά να περπατήσουν στα στενά της Πλάκας, τρώγοντας κάτι πρόχειρο. Μετά τις αρχικές της αντιρρήσεις, ο Στέλιος την έπεισε τελικά να δοκιμάσει το διάσημο κεμπάπ του Θανάση, το οποίο ομολογουμένως ήταν πεντανόστιμο. Συνέχισαν τη βόλτα τους στην παλιά Αθήνα. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη κι ο ένας δε χόρταινε την παρέα του άλλου. Ανηφόρισαν προς τα γραφικά Αναφιώτικα. Η Βάσια ένιωθε πως αν την άφηνες εκεί σίγουρα θα χανόταν. Ο Στέλιος όμως έμοιαζε να γνωρίζει σπιθαμή προς σπιθαμή κάθε στενό.Ρωτώντας τον, έμαθε πως εκεί είχε περάσει όλη του τη ζωή, το πατρικό του σπίτι ήταν μόλις λίγα στενά παρακάτω, ένα μικρό κτίσμα με δυο δωμάτια και κήπο. Όσο ζούσε η μάνα του ο κήπος μοσχομύριζε από τις γαρδένιες, τις φρέζες και τα μυρωδικά. Μετά το θάνατό της, όλα ρήμαξαν. Από τότε που αρρώστησε κι ο πατέρας του και μπήκε στην κλινική, μόλις και μετά βίας το συντηρεί ο ίδιος, όχι δηλαδή σπουδαία πράγματα, απλά να είναι όσο δυνατόν καθαρό και τακτοποιημένο. Σε μια στιγμή, καθώς είχαν σταθεί και θαύμαζαν τις ολάνθισες βουκαμβίλιες, την τράβηξε σιγανά, την ακούμπησε με την πλάτη στον τοίχο, έκυψε και τη φίλησε απαλά. Όταν είδε πως δεν προέβαλε καμιά αντίσταση, έβαλε τα μάγουλά της ανάμεσα στα χέρια του και τη φίλησε ξανά, αυτή τη φορά πιο έντονα, πιο βαθιά κι απέμεινε μετά να την κοιτάζει επίμονα, με το πρόσωπό του κολλημένο στο δικό της. Λόγια δεν ειπώθηκαν, παρά μόνο ένας μυστικός διάλογος άρχισε ανάμεσα στα βλέμματα. "Τι θες απο μενα;" "Εσένα" "Φοβάμαι"" Κι εγώ" " Εισαι αλλιώτικος από όσους έχω γνωρίσει" " Κι εσύ τόσο διαφορετική από τις γυναίκες που ε΄χω συναντήσει" " Και τώρα;" " Σε θέλω" " Κι εγώ"...
Την πήρε από το χέρι και συνέχισαν να περπατάνε χωρίς να μιλάνε. Άνοιξε την καγκελόπορτα του κήπου κι εκείνη έτριξε. Ναι, η εγκατάλειψη ήταν εμφανής, όμως μια μυρωδιά καθαριότητας απλωνόταν στο χώρο. Μπηκαν στο σπίτι, την οδήγησε στην κάμαρά του. Άρχισε και πάλι να τη φιλάει, στα μάτια, στα μαλλιά, στο λαιμό, στα χέρια. Βάλθηκε να ξεκουμπώνει ένα ένα τα κουμπιά του λευκού της πουκάμισου και κάθε επαφή με το δέρμα της την έκανε να καίγεται ολόκληρη. Πέρασε τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά του, άγγιξε το στέρνο του και μια μεγάλη ουλή στα αριστερά κάτω από το στήθος - θα τον ρωτούσε για αυτό αργότερα- έσκυψε πάνω του και ρούφηξε τη μυρωδιά του. Τα χάδια εναλλάσσονταν με τα φιλιά και αυτά έδιναν τη σειρά τους στα λόγια, τους ψίθυρους και τους αναστεναγμούς. Έκαναν έρωτα σαν να ήταν κι οι δυο λευκά χαρτιά, που για πρώτη φορά κάποιος έγραφε πάνω τους, τόσο απλά αλλά και τόσο βίαια, από τον κατακλυσμό των συναισθημάτων που τους έπνιγε. Αφέθηκαν σώμα και ψυχή στο ταξίδι κι όταν τελικά έγιναν ένα, απολύτως ένα, αποκοιμήθηκαν αποκαμωμένοι.
Όταν ξύπνησε, είχε ήδη νυχτώσει. Άναψε το φωτιστικό στο κομοδίνο, ψηλαφίζοντας. Τον κοίταξε να κοιμάται δίπλα της, τόσο γαλήνιος, τόσο υπέροχα παραδομένος, τόσο όμορφος. Δε θέλησε να τον ξυπνήσει. Πάνω στο κομοδίνο είχε ακουμπήσει τα τσιγάρα του.Έστριψε ένα, αλλά ο αναπτήρας δεν ήταν μέσα στο πακέτο. Άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου να δει μήπως είχε κανέναν εκεί ξεχασμένο. Ψάχνοντας, έπιασε κάτι μεταλλικό και στρογγυλό. Ένα δαχτυλίδι ίσως; Το έβγαλε, μη μπορώντας να αντισταθεί στην περιέργεια. Ήταν όντως ένα δαχτυλίδι χρυσό, για την ακρίβεια μια χρυσή βέρα. Στην εσωτερική πλευρά χαραγμένη η αφιέρωση "Μαρίνα & Στέλιος...Για πάντα μαζί..."
Ξαφνικά, το δωμάτιο γύρω της πάγωσε, οι τοίχοι άρχισαν να την πλησιάζουν επικίνδυνα, ο αέρας λιγόστευε, δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Μάταια προσπαθούσε να πρυτανεύσει μέσα της η λογική, ότι κάποια εξήγηση θα υπήρχε, δεν μπορεί, αν τον ξυπνούσε, αν τον ρωτούσε... Όχι, όχι! Έπρεπε να φύγει από εκεί μέσα αμέσως! Ντύθηκε βιαστικά μέσα στο σκοτάδι κι έφυγε ακροπατώντας. Έκλεισε πίσω της την πόρτα με δάκρυα στα μάτια κι ούτε που κατάλαβε πως το μπλε μαντήλι της είχε λυθεί κι είχε απομείνει πεσμένο πάνω στα ξερά χόρτα...

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014

ΦΥΛΑΚΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ



Κοίταξε από ψηλά το ολόλευκο δωμάτιο. Ένα μεγάλο παράθυρο στ’ αριστερά. Δίπλα, ένα μικρό τραπέζι με δυο πολυθρόνες. Στη μέση του δωματίου ένα μονό κρεβάτι, στρωμένο με επίσης λευκά σεντόνια. Η απουσία κάθε χρώματος ήταν σχεδόν εκτυφλωτική και μια μυρωδιά σήψης κυριαρχούσε στο χώρο. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο θάλαμος ενός νεκροτομείου.
Πάνω στο κρεβάτι, ένα νεαρό γυναικείο κορμί, από όπου ξεπηδούσαν διάφορα καλώδια και σωληνάκια που κατέληγαν σε κάτι τετράγωνα κουτιά. Ήταν εντελώς ακίνητη. Αν δεν ακουγόταν αυτό το μονότονο «μπιπ» από κάποιο μηχάνημα, τίποτα δεν θα μαρτυρούσε πως το σώμα αυτό έκρυβε ίχνος ζωής μέσα του.  Τα μαλλιά της, μακριά, στο χρώμα του κάστανου, απλώνονταν λυτά στο μαξιλάρι. Τα μάτια της σφαλισμένα. Η αναπνοή της κοφτή, ανεπαίσθητη. Πλησίασε να την παρατηρήσει καλύτερα. Καθώς το βλέμμα της ανέβηκε αργά από τα πόδια στην κοιλιά, στο στήθος κι έπειτα στο πρόσωπό της, μια κραυγή βγήκε από το στόμα της. Η γυναίκα στο κρεβάτι ήταν εκείνη, η ίδια! Μα τότε … πώς;… Ω, ναι! Ξαφνικά κατάλαβε. Ξαφνικά, τα θυμήθηκε όλα! Το ατύχημα, τα τεράστια φώτα του φορτηγού να την πλησιάζουν απειλητικά, εκείνο τον ανατριχιαστικό θόρυβο που κάνουν τα κόκαλα όταν σπάνε…
Ένιωσε μια παγωμένη αίσθηση να την τυλίγει. Φόβος; Πόνος; Καθώς η ματιά της περιπλανήθηκε και πάλι στο χώρο, άλλες αναμνήσεις άρχισαν να την κατακλύζουν. Τότε που, μικρό κοριτσάκι ακόμα, σε ένα παρόμοιο δωμάτιο νοσοκομείου, πιο λιτό και πιο μικρό ακόμα – παρότι έμοιαζε τεράστιο στα παιδικά της μάτια- αναγκάστηκε να αποχαιρετίσει τη μητέρα της. Δεν ήταν η απροσεξία κάποιου οδηγού που την είχε πάρει μακριά της, αλλά η αναλγησία κάποιων δήθεν γιατρών. Δυο χρόνια παραπονιόταν για πόνους χαμηλά στην κοιλιά η μάνα της, μήνες ολόκληρους έβλεπε αίμα στο εσώρουχό της, όμως κανείς δεν της έδωσε σημασία. Ουρολοίμωξη, κυστίτιδα, ακόμα και ψυχολογικά αίτια της είχαν διαγνώσει. Όταν τελικά ανακάλυψαν τον καρκίνο, εκείνος είχε απλωθεί σε όλο της το κορμί και το έκαιγε, όπως οι φωτιές που βγάζουν οι δράκοι στα παραμύθια. Ένας τέτοιος δράκος ήταν κι ο θάνατος της μαμάς της, που ένιωσε πως θα την καταβρόχθιζε, θα την κατάπινε ολόκληρη. Η γιαγιά της, που από τότε τη μεγάλωσε με τόση αγάπη, της είχε πει πως, αν το πίστευε, η μαμά της θα ερχόταν στον ύπνο της σαν άγγελος να την προστατεύει, κάθε φορά που θα είχε ανάγκη τη βοήθεια και τη συμβουλή της. Εκείνη το πίστεψε. Και πράγματι, από τότε, όποτε ένιωθε στεναχωρημένη, ονειρευόταν τη γλυκειά της μορφή, με φτερά αγγέλου στην πλάτη, να της χαμογελάει. Και πάντα ένιωθε καλύτερα.
Στη σκέψη της μητέρας της, μια γλυκειά ζεστασιά την τύλιξε. Ξάφνου, μια ουράνια μελωδία έφτασε στα αφτιά της, αρχικά μακρινή, μα σιγά σιγά όλο και πλησίαζε. Το λευκό δωμάτιο της φαίνονταν τώρα πιο αστραφτερό, λες κι ένα απόκοσμο φως το είχε λούσει από κάθε γωνιά. Γύρισε προς το παράθυρο κι αντίκρισε τη μητέρα της, ακριβώς όπως την επισκεπτόταν στα όνειρά της. Γαλήνια, γελαστή, με δυο λευκά φτερά στην πλάτη και με τα χέρια της ορθάνοιχτα, να την προσκαλούν σε μια μεγάλη αγκαλιά! Η καρδιά της πλημμύρισε αγαλλίαση! Επιτέλους θα ξανάσμιγαν! Άνοιξε κι εκείνη τα χέρια της κι ετοιμάστηκε να τρέξει στην αγκαλιά της. Τότε, η πόρτα άνοιξε κι όρμησε στο δωμάτιο ένα μικρό κοριτσάκι, με τα καστανά της μαλλιά πιασμένα αλογοουρά και με ένα μπουκετάκι στα χεράκια της. Ήταν η κόρη της. Πίσω της ακριβώς ένας νεαρός άντρας, με βουρκωμένα μάτια, που προσπαθούσε με δυσκολία να χαμογελάσει στη μικρή. Το κοριτσάκι πλησίασε στο κρεβάτι κι ακούμπησε το ζεστό του χέρι στο παγωμένο δικό της.
-Μαμά! Μαμά! Αυτό είναι για σένα, είπε και ακούμπησε τα λουλούδια ακριβώς στο μέρος της καρδιάς.
Κοίταξε την κορούλα της τρυφερά κι έπειτα στράφηκε και πάλι στη μητέρα της.
-Λυπάμαι μαμά. Τώρα έχω άλλον άγγελο να με φυλάει. Και της χαμογέλασε, αποχαιρετώντας την. Καθώς η μορφή απομακρυνόταν, της φάνηκε σαν να της έκλεισε το μάτι.
Τα ερμητικά κλειστά βλέφαρα τρεμόπαιξαν για λίγο κι έπειτα άνοιξαν εντελώς.
-Μαμά;
-Μωρό μου…

Με την παραπανω αναρτηση ελαβα μερος στο 5ο παιχνιδι του β' κυκλου του εξαιρετικου "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ" της Φλωρας μας.
Η ιστορια μου ελαβε την 3η θεση. Θελω να ευχαριστησω πολυ οσους την ψηφσαν, αλλα και οσους πηραν κατι ακομα κι αν δεν την ψηφισαν. Αλλωστε, ο σκοπος ειναι η δημιουργια και το μοιρασμα, το να αγγιξεις καπως την ψυχη του αλλου με οσα κρυβει μεσα η δικη σου ψυχη. 
Η Φλωρα μου εστειλε ενα καταπληκτικο δωρακι, φτιαγμενο με μερακι απο τα χερακια της, πραγμα που το κανει διπλα πολυτιμο και την ευχαριστω ιδιαιτερως!

Φλωρα μου, λυπαμαι που η φωτογραφια δεν μπορει να αναδειξει ποσο πραγματικα μοναδικο ειναι το κομψοτεχνημα σου, σε ευχαριστω απο καρδιας!

Πεταλουδισια φιλια σε ολους!

Υ.Γ. Σημερα λενε οτι γιορταζει ο ερωτας. Αν και ο ερωτας ειναι καθε μερα γιορτη, ειναι η καθημερινοτητα τετοια που μας κανει συχνα να το ξεχναμε. Καθε ευκαιρια να το θυμηθουμε, ειναι απαραιτητη! Κλεινοντας λοιπον, θελω να αφιερωσω στους δυο ερωτες της ζωης μου, τον αντρα και το γιο μου, ενα αγαπημενο μου τραγουδακι. Και σε ολους εσας βεβαια! 



Καλο ΣΚ και να μην ξεχνατε να ερωτευεστε!
 

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΔΕ ΘΑ 'ΘΕΛΑ...

...βλεμμα χαμηλωμενο, μαγουλα κοκκινα, μια υποψια χαμογελου και το φλας αστραφτει...Ερωτησεις απανωτες, φωτα στραμμενα πανω μου, μικροφωνα συναγωνιζονται για μια μου δηλωση....κι εγω σεμνα και ταπεινα, απαντω στις 11 πρωτες ερωτησεις. Οχι αλλα φωτα, οχι αλλες καμερες, σας παρακαλω δε θα 'θελα....(αη μωρη ψωναρα που δε θα 'θελες κιολας! μηπως να σου στρωσουμε και κοκκινο χαλιιιιι;;; -τσιριζει η φωνουλα μεσα στο κεφαλι μου! Την αντιπαρερχομαι και βαδιζω καμαρωτα! Ε δεν ειναι και καθε μερα που σε βραβευουν σωστα;;;)

Η Κικη μας με το εκφραστικο της μπλογκ μου εκανε την τιμη να μου χαρισει βραβειακι!



 

Η αυτοσαρκαστικη εισαγωγη ειναι για να την κανω να γελασει και να μη θυμωσει που δε θα ακολουθησω ολους τους κανονες του παιχνιδιου....
1.Να γραψεις 11 πραγματα για τον εαυτο σου.
2.Να απαντησεις σε 11 ερωτησεις και να κανεις 11 ερωτησεις σε οσους θα βραβευσεις.
3.Να βραβευσεις 11 ατομα.
4. Να ενημερωσεις οσους βραβευσεις.

Λοιπον, το νο 1 Κικιτσα μου το παραλειπω, γιατι εχω προβει ηδη σε αρκετες αποκαλυψεις, ισως και περισσοτερες απο οσες θα επρεπε, χεχε!
Παμε στο δευτερο κομματι απευθειας και απαντω στις ερωτησεις σου!

1. Αν μιλουσες στον εαυτο σου σαν να ηταν ξενος αυτη τη στιγμη τι θα του ελεγες;
Καλα εσυ δε σηκωθηκες πρωι πρωι να κανεις δουλεια στον υπολογιστη; Παλι με το μπλογκ ασχολεισαι; Εεεεε ρε ξυλο που το θες! Παλι θα τρεχεις και δε θα προφταινεις...

2.Αν μπορουσες να αλλαξεις τον κοσμο με ποιες κινησεις θα ξεκινουσες; Τρεις θα ηθελα.
Λοιπον, Κικιτσα εχω καταληξει στο συμπερασμα οτι ολα τα δεινα του κοσμου τα προκαλουν τρια χαρακτηριστικα των ανθρωπων, αυτα που λεω εγω 3Α. Αλλαζονεια, Αχαριστια, Απληστια. Η μονη κινηση που θα εκανα ειναι να εξαφανισω αυτα τα 3 χαρακτηριστικα. Πιστευω πως μετα τα πραγματα σιγα σιγα θα αλλαζαν μονα τους...

3. Αν ειχες μια μαγικη ικανοτητα, ποια θα ηταν και πως θα τη χρησιμοποιουσες;
Θα ηθελα να μπορω να πεταξω. Θα γυριζα ετσι ολο τον κοσμο και θα ενιωθα ελευθερια! Θα προλαβαινα να βοηθησω πολλους περισσοτερους ανθρωπους ετσι.

4.Αν μπορουσες να αλλαξεις μια μερα απο τη ζωη σου ποια θα ηταν αυτη;
Χμμμ...Εχω περασει πολλες ασχημες μερες, αλλα καμια δε θα αλλαζα, γιατι ολες με εχουν κανει τον ανθρωπο που ειμαι. Μονο τους θανατους δικων μου ανθρωπων θα αλλαζα.

5.Τι σου δινει χαρα και τι στεναχωρια;
Χαρα μου δινουν πολλα πραγματα. Ο γιος μου, η οικογενεια μου, οι φιλοι μου, τα παιδια γενικοτερα, τα ζωα, η μουσικη, ο χορος, μια ομορφη γεματη μερα, ο ελληνικος μου καφες αχνιστος, το μπλογκ μου, το γραψιμο, το διαβασμα, η δουλεια μου...
Λυπη μου δινουν οι αδικιες της ζωης και η απογοητευση που παιρνω απο τον κοσμο, με στεναχωρει να βλεπω καποιον να υποφερει και να μην μπορω να κανω κατι, με στεναχωρει να νιωθω ανημπορη μπροστα στα παραλογα που ζουμε, με λυπει οταν καμια φορα εγω η ιδια απογοητευω τον εαυτο μου η στεναχωρω καποιον αλλο.

6.Τι σε ηρεμει και τι σε ταραζει;
Ακριβως τα ιδια με την αποπανω ερωτηση, γιατι απλα οταν λυπαμαι συνηθως συγχιζομαι κιολας, ενω οταν χαιρομαι γεμιζω γαληνη.

7.Τι αντεχεις και τι οχι;
Δεν ειμαι καθολου ανθεκτικη στον πονο, ειδικα το σωματικο. Επισης, δεν αντεχω να χανω απο τη ζωη μου ανθρωπους που αγαπαω. Ολα τα αλλα τα αντεχω.

8.Αν μπορουσες να φτιαξεις ενα εργο στην Ελλαδα, ποιο εργο θα ηταν αυτο;
Το μεγαλυτερο κατ' εμε εργο που μπορει να αφησει καποιος πισω του ειναι μια σωστη και δομημενη εκπαιδευση, που θα δινει στα παιδια γνωσεις, επιλογες αλλα κυριως ηθικη παιδεια! Αυτο θα εφτιαχνα λοιπον!

9.Αν μπορουσες να κατεδαφισεις ενα εργο στην Ελλαδα ποιο θα ηταν αυτο;
Χμμμμ..... Δε θα κατεδαφιζα τιποτα, θα βελτιωνα πολλα. Νοσοκομεια, δρομους κλπ.

10. Τι θα αλλαζες πανω σου και γιατι; (ειτε σε εμφανιση ειτε σε χαρακτηρα)
Σε εμφανιση θα αλλαζα τη μυτη μου και θα ηθελα να ειμαι λιγο πιο ψηλη. Τωρα βεβαια εχω και 5 κιλα να χασω, αλλα αυτο οκ στο χερι μου ειναι. Στο χαρακτηρα μου... ουυυυυ! Πολλα και πρωτα απο ολα τα νευρα μου και κυριως το πως αντιδρω οταν εχω νευρα, γιατι βγαινω εκτος ελεγχου και λεω και κανω πραγματα που μετα τα μετανιωνω, μα ειναι αργα....

11.Και τι ειναι αυτο που αγαπας πανω σου και θελεις να εξελιξεις;
Μου αρεσει ο τροπος που επικοινωνω με τους ανθρωπους, οπως επισης και οτι τους νοιαζομαι. Θα ηθελα περισσοτερο εμπρακτα να δειξω την αλληλεγγυη μου. Επισης, αγαπω καποια ταλεντα μου, οπως η φωνη μου, ο χορος μου και το γραψιμο, τα οποια θα ηθελα πολυ να καλλιεργησω περισσοτερο.

Κικη μου ελπιζω να σου αρεσαν οι απαντησεις μου.

Θα παραλειψω το 4, καθως νομιζω οτι ολοι οι μπλογκοφιλοι μας το εχουν παρει. Οποιος δεν το εχει λαβει, ας απαντησει στις παρακατω ερωτησεις, δια χειρος butterfly.
1. Αν μπορουσες να ζησεις σε οποιοδηποτε αλλο μερος εκτος απο αυτο που ζεις τωρα, ποιο θα ηταν αυτο;
2. Διαλεξε 3 ταξιδιωτικους προορισμους που θα ηθελες οπωσσδηποτε να επισκεφτεις και γιατι.
3. Ποια χαρακτηριστικα σε κερδιζουν αμεσως σε εναν ανθρωπο;
4. Ποια χαρακτηριστικα σε απωθουν σε εναν ανθρωπο;
5. Τι αγαπας περισσοτερο στο επαγγελμα σου;
6. Αν μπορουσες να αλλαξεις επαγγελμα τι θα διαλεγες να κανεις;
7. Υπαρχει κατι που θα ηθελες να σπουδασεις;
8. Ποιος ειναι ο επομενος στοχος που θελεις να πετυχεις;
9. Ποιο ειναι το πρωτο πραγμα που σκεφτεσαι μολις ξυπνησεις και το τελευταιο πριν κοιμηθεις;
10. Αν επρεπε να αποχωριστεις οπωσδηποτε μια αγαπημενη σου συνηθεια, ποια θα ηταν αυτη;
11. Γιατι διαβαζεις το μπλογκ μου; τι σου αρεσει και τι θεωρεις οτι του λειπει;

Αυτα λοιπον απο μενα! Σας ευχαριστω για την υπομονη σας να φτασετε ως το τελος αυτης της αναρτησης. Κικη μου σε ευχαριστω πολυ πολυ για το βραβειακι, εισαι πολυ γλυκεια!
Καλο υπολοιπο Κυριακης σας ευχομαι, με ενα αγαπημενο μου τραγουδακι!



Πεταλουδισια φιλια!

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΕΣΑΣ....

αντιγραφω απο εδω: 

http://mariatweety.blogspot.gr/2014/02/blog-post.html

 

 Η ψυχή μου νεκρή... μια ψυχή σε αποσύνθεση

Πέμπτη μεσάνυχτα, με τα σκηνικά να εναλλάσσονται διαρκώς και αδιάκοπα. Ένα βομβαρδισμένο τοπίο το σώμα μου και η ψυχή μου
. « Διασώστες » προσπαθούν να σώσουν οτιδήποτε σώζεται στα τόσο πλέον «εύθραυστα εσωτερικά ζωτικά μου όργανα».

Μια δυνατή από μακριά φωνή ακούγεται να φωνάζει στους       « διασώστες »: Ότι αξίζει δεν χάνεται, μην πάψεται να πολεμάτε γι αυτό το σώμα και για κάθε σώμα που είναι τόσο εύθραυστο, μα συνάμα και τόσο χρήσιμο σε όλους

Τελικά τα καταφέρνουν και με σώζουν. Εγώ ξέπνοη προσπαθώ να μιλήσω, μα αυτοί οι φρικτοί πόνοι δεν με αφήνουν έτσι παραμένω στην προσπάθεια ξέπνοη αλλά με προσπάθεια πάντα. Αυτή η κοινωνία όμως πάντα απών…

Διασώστες είναι και μια πολιτεία, μια κοινωνία, που όταν ένας άνθρωπος για οποιοδήποτε λόγο βρίσκεται στα βαθιά νερά, χωρίς εφόδια, χωρίς κουπιά και πανιά, τρέχουν να σώσουν αυτή την ψυχή. Πόσο μάλλον μια νέα ψυχή, ένα νέο παιδί που είναι στη κλίνη του εδώ και 4 χρόνια. Μα πώς μπορεί κάποιος να είναι μπροστά σ’ ένα νέο παιδί που «πνίγεται» και να κάνει έστω τα στραβά μάτια; Πώς μπορεί πολύ περισσότερο να οδηγεί αυτό το νεαρό παιδί, στον φριχτό πνιγμό, στον θάνατο; Φτάνει η δικαιολογία των εντολών; Φτάνει η δικαιολογία της κεντρικής κυβερνητικής κατεύθυνσης; Τί φτάνει για να οδηγήσει εσένα κ Υπουργέ μου (προς Υπ. Υγεία κ Πέτρο Πετρίδη), και σ εσάς όλους τους αρμόδιους, τι φτάνει λέω ενδεχομένως, να στρέφεται το βλέμμα σας από την αντίθετη πλευρά και να σφυρίζεται αδιάφορα, από ένα νεαρό πλάσμα που πνίγεται, επώδυνα βασανιστικά φρικτά;;

Θα πάρω απάντηση άραγε;

Ο ρατσισμός θα μου πείτε, η διδασκαλία για την κατωτερότητα του άλλου, της φτώχειας του… μιας οικογένειας και συγκεκριμένα αφού μιλάω για μένα, της δικιάς μου οικογένειας που είναι φτωχή αλλά περήφανη ταυτόχρονα. Όμως έλαχε να είναι και μονογονεϊκή οικογένεια… ποιος να φωνάξει και να ακούσει αυτή την μάνα που βλέπει το παιδί της να πεθαίνει αβοήθητο ενώ υπάρχουν ελπίδες, έστω και αν αυτές είναι λίγες…;; ενώ αν υπήρχε και πατέρας θα άκουγαν αμέσως και αρμόδιοι και υπουργοί και κοινωνία και πολιτεία… το γιατί;;; επειδή θα τους τα έκανε όλα μπάχαλο, είτε ευγενικά είτε με τον άλλο τρόπο…

Σας προκαλώ, ελάτε εσείς οι αρμόδιοι να με κοιτάξετε στα μάτια κατάματα και να μου πείτε – «εσένα κορίτσι μου δεν σε χρειαζόμαστε στην κοινωνία μας γιατί είσαι ανήμπορη» … αν έχει τα κότσια ας έρθει… αλλά θέλω εξήγηση και απάντηση…

Λυπάμαι, αλλά δεν μου φτάνει ούτε αυτό. Γιατί μιλάμε για μωρά, για νεαρά άτομα, (δεν μιλάω μόνο για μένα, μα με αφορμή του εμένα μιλάω και για όλους που δεν τολμούν να μιλήσουν)… μιλάμε για ανθρώπινες ψυχές που «πνίγονται»

Με κατευθύνουν στην απονέκρωση, και τέλος στην αποσύνθεση της ψυχής και «αισίως για εσάς, και του σώματος». Μια κοινωνία ολόκληρη στο βωμό της αδράνειας, στην αδιαφορία για τον πλησίον, στη σιωπή των αμνών, που θα θυσιαστούν με τη σειρά τους, αποχαυνωμένοι στον καναπέ. Τα ξέρω όλα αυτά, αλλά δεν μου φτάνουν. Γιατί είναι κάτι πιο βαθύ που με πονάει φρικτά και δεν μπορώ να ζήσω αν όχι φυσιολογικά όπως εσύ κύριοι αρμόδιοι και κύριοι της πολιτείας και κοινωνίας, και έτσι με καταδικάζεται στην κλίνη μου μέχρι τον θάνατο μου.

Αυτό το γράμμα, άρθρο, κείμενο, πάρτε το όπως θέλετε, είναι για εσάς κ υπουργέ υγείας, προς αξιότιμο, κ Πέτρο Πετρίδη και προς τον αξιότιμο πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, κ Νίκο Αναστασιάδη.

Θα περιμένω απάντηση σας

Τα σύννεφα πυκνά μαζεύονται κι απειλούν την ισορροπία μου σ έναν κόσμο αβέβαιο. Ας μπορούσα να τα σταματήσω. Ας μπορούσα να φύγω μέσα από μια στενή λουρίδα ουρανού. Να πετάξω ελεύθερα και ελεύθερη μακριά απ όλα που με πονάνε φρικτά. Μακριά από την κλίνη μου επιτέλους. Να πετάξω στα όνειρα μου.

Τα σύννεφα έχουν μαυρίσει τον ορίζοντα, την πόλη, την καρδιά μου, μέχρι και το σώμα μου ακόμη, και κάθε ελπίδα έχει χαθεί. Τα σύννεφα που με σκεπάζουν είναι η σιωπή μου. Από το ανοιχτό παράθυρο μου κοιτάζω πως πέφτουν οι στάλες και προσπαθώ να καταλάβω αν είναι στάλες από βροχή ή στάλες από τα μάτια μου.

Τότε ο ουρανός ξεκίνησε να ξεσπάει σε κλάματα μαζί μου. Τότε κατάλαβα πως οι στάλες που έπεφταν πάνω μου ήταν από τα μάτια μου. Δάκρια ξανά. Μια καταιγίδα ξέσπασε κραυγάζοντας και ενώθηκε με τις κραυγές τις δικές μου και του καθενός που βρέθηκε σε αυτή την πόλη μονάχος και παρατημένος.

Βαρέθηκα να περπατώ στην έρημο που μου επιβάλλεται - μα γνωστό πια δρόμο, με όλα τα σπίτια σιωπηλά, να με κοιτάζουν εχθρικά - θέλοντας να μου πάρουν την ζωή μου.

Να μου πάρετε την ζωή μου για να μπορείτε εσείς οι αρμόδιοι να μου αφαιρέσετε τα δικαιώματα μου είτε είναι υλικά είτε τα δικαιώματα στα όνειρα μου.

Τώρα ένας έναστρος, μα παγωμένος ουρανός, με συνθλίβει και με κάνει να τρέχω και να σέρνω τα βήματα μου προς το σπίτι μου. Χάνομαι μέσα στο σπίτι μόνη ξανά στην κλίνη μου με τα ίδια σκηνικά που ενίοτε εναλλάσσονται ραγδαία απότομα με απειλή την ζωή μου.

Μόνη, έρημη, αινιγματική, μέσα από εκεί που ήρθα αφήνοντας πίσω μου ένα χαμόγελο παντοτινό. Κανείς ποτέ δεν θα μου μάθει αν ήρθα, αν έφυγα, και αν πράγματι υπήρξα κάποτε ανάμεσα σας τυχαία…


Μαρία-Νεφέλη

Η πολιτεια την εχει εγκαταλειψει...Μην την εγκαταλειψεις κι εσυ... Ακου την κραυγη της...Εστω και διαδιδοντας την ιστορια της, στελνοντας ενα μεηλ διαμαρτυριας, επικοινωνωντας με οποιον μπορεις, στελνοντας στην ιδια ενα γλυκο λογο...μονο μην την εγκαταλειπεις!

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ

Μια καταπληκτικη ιδεα που πρωτοσυναντησα στην Αριστεα, αλλα εχει ξεκινησει στο μπλογκ της Ευας, με εκανε να θυμηθω αυτην εδω την αναρτηση, που μετραει ηδη 3μιση χρονια. Αν με ρωτουσε καποιος ποια απο τις αναρτησεις μου αγαπω περισσοτερο, θα ηταν σιγουρα μια απο τις πρωτες μου επιλογες, αν οχι η πρωτη. Σημερα λοιπον, με αφορμη την Ωδη Στην Πρωτη Μας Αγαπη και με δεδομενο οτι εγω την πρωτη μου αγαπη την παντρευτηκα, την ανεσυρα απο τα βαθη της καρδιας μου και με χαρα σας την ξανα-παρουσιαζω.

Κινεισαι...γυρω του, μεσα του, μαζι του. Κινειται...γυρω σου, μεσα σου, μαζι σου...Δεν ζεις χωρις αυτον. Το ξερεις καλα, ειναι σαν την τροφη για σενα, ακομα πιο πολυ...σαν το νερο. Κινητηριος δυναμη, φως μα και καταστροφη συναμα. Ποσες φορες δεν εκλαψες, οταν τον ενιωσες να γλιστραει μεσα απο τα χερια σου; Ποσες φορες δεν εκλαψες, οταν τον ενιωσες να σε πλημμυριζει; Δακρυα χαρας και απογνωσης, βλεμματα κενα, μα και ντυμενα με χαμογελα. Ταξιδια μεσα σε δυο ματια, μια μυρωδια, ενα αγγιγμα...

Περνα ο καιρος...ερχεται, φευγει, σε επισκεπτεται ξαφνικα και το ιδιο ξαφνικα, απομακρυνεται, αφηνοντας σε με την αναμνηση, με τη νοσταλγια, με την απορια αν ποτε θα ερθει για να μεινει...για παντα...

Ξυπνας ενα πρωι...ενα απλο πρωι του καλοκαιριου...τιποτα διαφορετικο, τιποτα εξαιρετικο, ενα πρωινο σαν ολα τα αλλα, που θα ντυθεις και θα πας στη δουλεια. Κι ομως, ολα ειναι αλλιως...γιατι τωρα ξερεις...

Αγκαλιαζεις το κορμι, μα στην ουσια τυλιγεις την ψυχη μεσα στα χερια σου...ανασαινεις το αρωμα απο τα σεντονια...οχι το αρωμα του, ουτε το αρωμα σου...το αρωμα σας...τωρα ξερεις...

Ξερεις γιατι ερχεται και φευγει...ζεις τη μαγεια του να ανακαλυπτεις ξανα και ξανα τον ερωτα στο ιδιο προσωπο, στο ιδιο βλεμμα. Σ' αυτη τη μυρωδια που εδω και χρονια δεν εχει αλλαξει, σε αυτα τα χαρακτηριστικα που σε γυριζουν πισω στην εφηβεια σου και σταματουν το χρονο εκει...στον ιδιο ανθρωπο, στον ανθρωπο σου, ο ερωτας σου αποκαλυπτει αργα, βασανιστικα ολα του τα προσωπα...αλλες φορες ερχεται κοντα σου με παθος και ενταση, αλλες τρυφερος, αλλες εγωιστης και ζηλοφθων, αλλες παλι βαθυς και ηρεμος...παντα ομως συναρπαστικος και παντα χερι χερι με την αγαπη...αυτη τη μια και μοναδικη που κανει ολα τα αλλα να μοιαζουν τοσο μα τοσο μικρα...

Γι' αυτο ερχεται και φευγει...για να σου θυμιζει καθε φορα τη δυναμη του, για να σε γεμιζει με χρωματα και φως, για να σκοτεινιαζει ο κοσμος σου καθε τοσο και να συνειδητοποιεις ποσο ευθραυστος ειναι...με τη δυναμη και την αδυναμια ενος μωρου, που με την αθωοτητα του σε αιχμαλωτιζει...

Κι ας πονεσες πολυ...κι ας πικρανες και πληγωσες ανθρωπους, που αθελα σου παρεσυρες στη δινη αυτου του ενος, του πρωτου ερωτα, ανοιγοντας πληγες που χιλιες δυο συγνωμες δεν θα κλεισουν...κι ας παλεψες πολλες φορες να φυγεις, μα εμεινες εκει να κυνηγας φαντασματα...κι ας εκανες λαθη που σε καινε ακομα...κι ας χτυπησες αλυπητα ακομα και εκεινον...κι ας ανταποδωσε καθε χτυπημα πιο δυνατα...κι ας πηγαινοερχοσουν, ησουν παντα εκει...
Νοιαστηκες για αλλους ανθρωπους τοσο πολυ, τοσο βαθια (κι ακομα νοιαζεσαι), που δεν τολμησες ποτε να τους το δειξεις για να μην τους πληγωσεις περισσοτερο, αφου τους ειχες ηδη αφοπλισει...γιατι κατα βαθος παντα ηξερες αυτο που τωρα συνειδητοποιησες πως ξερεις...πως ολοι οι δρομοι οδηγουν εδω, ολοι οι ερωτες που αγγιξαν την καρδια σου ηταν αληθινοι και αγνοι, ολοι, αλλα δεν εζησαν πολυ, γιατι υπηρχε παντα αυτος ο πρωτος ερωτας, που με τα τερτιπια του πασχιζε να σε κανει να ξεχασεις οτι εισαι αιχμαλωτη του...κι αυτος αιχμαλωτος δικος σου...

Χρονια τωρα κοιτας τα ιδια πρασινα ματια, μα καθε φορα ειναι διαφορετικη...κι αν καποιες φορες σκοτεινιαζουν, αν τα λογια πονανε, αν οι αγκαλιες παγωνουν, αν σβηνουν τα χαμογελα...τωρα ξερεις...πως καπου εκει στο βαθος του χρονου, υπαρχει φως εκτυφλωτικο, διαφανο σαν αϋλο, λεπτεπιλεπτο και χρωματιστο...σαν τα φτερα μιας πεταλουδας...το φως της αγαπης!



Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

ΚΑΠΟΤΕ

Καποτε ημουν αστρο σκοτεινο,
ετεροφωτο,
αδυναμο να στηριχτει 
στ' ουρανου το παπλωμα μοναχο.
Καθε που εδυε ο ηλιος
κρυβομουνα,
απο ντροπη κι απο φοβο,
μηπως καποιο απ' τ' αλλα αστερια
θα το νιωθε
οτι του κλεβω μια σταλα απο φως
για να ζησω.
Καποτε ημουν αγρια θαλασσα.
Στη μανια μου πανω,
τα καραβια κομματιαζα πανω στις ξερες.
Κι αν στιγμες εγαληνευα,
μολις κατι με αγγιζε
την οργη μου ξεσπαθωνα 
με αφρους και ναυαγια.
Καποτε ημουν μαυρο πουλι.
Πετουσα μες στην ομιχλη.
Απ' την μπορα τρεφομουν
και τ' αγιαζι φιλουσα.
Τις καρδιες κατασπαραζα,
σαν σε ανομο ονειρο.
Με φωναζανε δαιμονα
και κανεις να μ' αγγιξει δεν τολμαγε.
Κι ηρθες αξαφνα Ερωτα,
με τσιγαρο αναμμενο
και καβαλα σε αλογο.
Πως με βρηκες σε ρωτησα,
οταν καποιο πρωι
ξαπλωμενο σ' αντικρισα
διπλα σ' ενα τριφυλλι.
"Η καρδια σου με φωναζε"
σιγανα μου ψιθυρισες.
Ηρθες σαν την πανσεληνο
κι απ' το χερι με τραβηξες
μες στο κεντρο του συμπαντος.
Μου 'μαθες πως τη λαμψη
να αντλω απο μεσα μου.
Ασημοχρωμο φως 
στα σκοταδια μου απλωσες.
Με γλυκα παραμυθια
την τρικυμια μου νανουρισες.
Τα φτερα μου τα μαυρα
απ' τους ωμους ξεκρεμασες
και αγγελου φτερα
μου ζωγραφισες στην πλατη.
Τωρα ειμαι φεγγαρι
με σενανε διδυμο,
περπατω την τροχια σου περηφανα.
Τωρα ειμαι ενα πελαγος,
της  αγαπης λιβαδι.
Τα κυματα μου ανθη,
που στα χερια σου απλοχερα ακουμπω.
Τωρα ειμαι αετος,
αλλα ειμαι κι αηδονι.
Τραγουδω την αγαπη σου
κι ουρανιο τοξο
μες στην πλαση απλωνομαι.
Τωρα ειμαι η αυγη
που ζεσταινει τη νυχτα,
Τα μαυρα πεπλα αποσυροντας
πισω απ' τα συννεφα.

Αυτη η ειναι η συμμετοχη που δεν εστειλα στο Συμποσιο Ποιησης της Αριστεας μας.
Ειπα να τη μοιραστω κι αυτη μαζι σας, αφου ο ερωτας ειναι απο μονος του γιορτη!

Πεταλουδισια φιλια και ενα υπεροχο ΠΣΚ σε ολους!

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

MONO 26.455 ΨΥΧΕΣ...

Πριν λιγο καιρο εγινε μια κινηση αγαπης προς τη Μαρια μας!

Μια αιτηση για υπογραφες μεσω του Avaaz. Για περισσοτερες λεπτομερειες διαβαστε εδω.

Μολις 26.455 ψυχες εβαλαν την υπογραφη τους. 26.455 ανθρωποι σε δυο χωρες! Προφανως οι υπολοιποι, οσοι εχουν προσβαση στο διαδικτυο και εχουν ενημερωθει, θεωρησαν πολυ να βαλουν ια υπογραφη για να σωθει μια ζωη.

Οι υπογραφες επιδοθηκαν στο αρμοδιο Υπουργειο της Κυπρου πριν 3-4 μερες. Τα πραγματα ειναι ασχημα και η Μαρια περναει πολυ δυσκολα... η ιδια με παρακαλεσε να μην επεκταθω...

Οσο για την αλληλεγγυη μας εξαντλειται στα ευχολογια και στα μεγαλα λογια. Ακομα και οι υπογραφες πωλουνται πια πολυ ακριβα...