Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ 2021

 Αντί άλλης ανάρτησης, σήμερα, ημέρα αφιερωμένη στη γυναίκα, στο αυτονόητο της ισότητας των ανθρώπων κάθε φυλου, που όμως δεν έγινε ποτε αυτονόητο, ένα απόσπασμα από το εν εξελίξει μυθιστόρημα μου "Στο σκοτάδι". Η ιστορία μιας γυναίκας και η γέννηση μιας φιλίας. 


"Οι μέρες κυλούσαν ήρεμα στο σπίτι του Χρήστου. Ένας μήνας είχε περάσει από τον υποτιθέμενο σεισμό και από το βράδυ που είχε βρει εκείνο το αηδιαστικό μάτι στο δωμάτιο του Στέφανου. Σιγά σιγά τα πάντα επέστρεφαν στον κανονικό τους ρυθμό. Τις πρώτες μέρες είχαν ταμπουρωθεί και οι τρεις στο σπίτι. Δεν έβγαιναν παρά μόνο για τα απαραίτητα ψώνια. Φρόντιζαν να είναι πάντα κάποιος με το παιδί και είχαν τα μάτια τους δεκατέσσερα. Ο Χρήστος ψηλάφισε έναν έναν όλους τους τοίχους, τα πατώματα, τράβηξε τα έπιπλα, έψαξε εξονυχιστικά όλο το σπίτι μέσα και έξω. Δεν βρήκε τίποτα άλλο. Πέρασε καμιά βδομάδα πριν αρχίσουν να ξεθαρρεύουν λιγάκι. Δεν είχαν κι άλλη επιλογή εξάλλου, ο Χρήστος έπρεπε να επιστρέψει στη δουλειά. Κι ο Στέφανος είχε ανάγκη να βγαίνει έξω, να περπατάει, να παίζει, να κάνει τελοσπάντων ο,τι κάνουν τα παιδάκια της ηλικίας του. Σχεδόν δηλαδή, αφού εξακολουθούσε να μη μιλάει ποτέ και σε κανέναν. Στην παρέα τους είχε προστεθεί και η Φωτεινή, μετά από απαίτηση της κυρίας Κατερίνας. 


Η Φωτεινή ήταν κάτι σαν ψυχοκόρη της, την είχε βρει κουρελιασμένη και χτυπημένη δίπλα από έναν κάδο σκουπιδιών. Ο άντρας της την κακοποιούσε και την βίαζε κατ’ επανάληψη, μέχρι που μάζεψε το κουράγιο κι έφυγε. Αλλά δεν είχε πού να πάει… ολομόναχη ήταν στον κόσμο, εκτός από τον πατέρα της… σε εκείνον δεν θα πήγαινε ούτε νεκρή. Τα ίδια κι αυτός, βάναυσος με τη μάνα της μέχρι που την πέθανε, βάναυσος και με κείνη αργότερα. Τελικά, την πούλησε, παρά τη θέλησή της, 16 χρονών κοριτσάκι σε έναν μεσήλικα γαιοκτήμονα με αντάλλαγμα το κρέας και τα τυριά των επόμενων 3 χρόνων. Μερικά κιλά κρέας και κάμποσα κεφάλια τυρί… τόσο άξιζε για αυτόν η ζωή της κόρη του. Σαν κρέας την αγόρασε και σαν κρέας τη μεταχειρίστηκε το κάθαρμα, δυο παιδιά έχασε από τους ξυλοδαρμούς του, τον ανέχτηκε για τέσσερα χρόνια, τέσσερις αιώνες ολόκληρους, ώσπου έφυγε ένα βράδυ, που στεκόταν από πάνω του ώρες με το μαχαίρι στο χέρι, έτοιμη να του κόψει το λαρύγγι μέσα στον ύπνο του. Δεν το έκανε… δεν ήθελε να γίνει σαν τα μούτρα του… όμως μα τω Θεώ αν την άγγιζε ξανά, θα τον ξεκοίλιαζε… τότε κατάλαβε πως είχε έρθει η στιγμή να φύγει, να σωθεί πριν χάσει τα λογικά της. Τίποτα δεν πήρε μαζί της, ούτε ρούχα ούτε χρήματα. Αλλόφρων άνοιξε την πόρτα, μόνο τα ρούχα της, το παλτό της και τη φωτογραφία της μάνας της πήρε, μόνο να τρέξει, να τρέξει όσο γίνεται πιο μακριά, να τρέξει μην τυχόν και ξυπνήσει το τέρας και την προλάβει… Κι έτρεξε, έτρεξε σαν τον άνεμο, έτρεξε όσο ποτέ δεν είχε τρέξει, βγήκε από το χωριό της και συνέχισε να τρέχει, έφτασε στην Ξάνθη, ξημέρωνε κι έκανε κρύο, τα πόδια της λύγισαν, έπεσε λιπόθυμη μέσα σε μια οικοδομή εγκαταλειμμένη. Όταν ξύπνησε ήταν νύχτα, ούτε ήξερε πόσο είχε μείνει εκεί, ήταν εξαντλημένη, δεν μπορούσε να κουνηθεί σχεδόν. Με μεγάλο κόπο, βγήκε έξω, το στομάχι της είχε αρχίσει να διαμαρτύρεται, αλλά δεν είχε τίποτα μαζί της. Να ζητιανέψει δεν της πήγαινε, στην αστυνομία δεν τολμούσε να πάει, ο άντρας της είχε πολλές γνωριμίες, βρέθηκε να ψάχνει για υπολείμματα σε έναν κάδο σκουπιδιών. Βρήκε κάτι μισοφαγωμένα μπιφτέκια και λίγες ντομάτες σχεδόν σάπιες και τα καταβρόχθισε με λαιμαργία. Καθώς συνειδητοποίησε τι έκανε, της ήρθε αναγούλα κι άδειασε το περιεχόμενο του στομαχιού της στο πεζοδρόμιο. Γονάτισε δίπλα στον κάδο κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Εκεί την βρήκε η κυρία Κατερίνα, τη μάζεψε στο σπίτι της, την τάισε, την άφησε να κάνει μπάνιο και να ηρεμήσει κάπως, φαινόταν πως είχε περάσει πολλά.


-Έννοια σου και ξέρω τι κάνω. Όχι, δεν φοβάμαι, βασανισμένο κορίτσι είναι. Ώχου μωρέ Βασίλη, άσε με ήσυχη, μεγάλη γυναίκα είμαι, δεν θα μου αλλάξεις τώρα εσύ τα μυαλά!


Την άκουσε η Φωτεινή τη συζήτηση με το γιο της που τη μάλωνε που έβαλε μια άγνωστη από το δρόμο στο σπίτι της. «Δίκιο έχει το παλικάρι» σκέφτηκε κι έκανε να φύγει, το τελευταίο που ήθελε ήταν να της δημιουργήσει προβλήματα. Η κυρία Κατερίνα την πρόλαβε.


-Άκου να δεις κορίτσι μου, είμαι σε μια ηλικία που έχουν δει πολλά τα μάτια μου και τον κακό τον άνθρωπο ξέρω και τον ξεχωρίζω. Κάτσε.. να πιούμε ένα κρασί… να μου τα πεις αν θες να ξαλαφρώσεις.


Μάτι δεν έκλεισαν όλη τη νύχτα οι δυο γυναίκες. Έκλαιγε κι έλεγε η Φωτεινή, έλεγε κι έκλαιγε. Έκλαιγε κι η κυρία Κατερίνα που ένιωθε τον πόνο να βγαίνει από την ψυχούλα της… μια ηλικία είχε με τη μικρή της κόρη, που σπούδαζε Θεσσαλονίκη. «Καλύτερα στο δρόμο παρά να ξαναγυρίσω εκεί» της έλεγε κάθε τόσο. Το πρωί τις βρήκε αγκαλιά, η Φωτεινή αντάμωσε τη μάνα που τόσο της έλειπε κι αποκοιμήθηκε καθώς η κυρία Κατερίνα της χάιδευε τα μαλλιά στοργικά.

Από το βράδυ εκείνο αχώριστες έγιναν. Σε όλα σαν μάνα πράγματι της στάθηκε. Και λεφτά της έδωσε και δουλειά τη βοήθησε να βρει και δικηγόρο έβαλε να της κάνει τα χαρτιά για το διαζύγιο. Κι όταν ο προκομμένος έκανε το λάθος να εμφανιστεί στην πόρτα της να της ζητήσει το λόγο, τον στόλισε κανονικά. Και μετά του έστειλε ένα γειτονόπουλο αθλητή μαζί με δυο φίλους του να του παραδώσουν ένα μήνυμα, μη και τολμήσει να πλησιάσει ξανά τη Φωτεινή. Του το παρέδωσαν πράγματι. Μαζί με μερικές κλωτσιές και μια φωτιά στο αυτοκίνητό του. 


-Αμ ξέρουμε κι εμείς να παίζουμε βρώμικα κύριε! Μουρμούρισε χαμογελώντας μόλις έμαθε ότι το είχε βάλει στα πόδια τρέχοντας. Ήξερε πόσο θρασύδειλοι είναι αυτοί οι άντρες- ο Θεός να τους κάνει- κι ήταν σίγουρη πως είχε καταλάβει καλά την προειδοποίηση και θα τις άφηνε ήσυχες. Έτσι κι έγινε. Λίγους μήνες αργότερα η Φωτεινή έπιασε σπίτι δικό της. Όμως η επίσκεψη στην κυρία Κατερίνα έγινε αγαπημένη καθημερινή συνήθεια. Κάθε μέρα ανελλιπώς, εδώ και δυόμιση χρόνια."

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2021

ΞΑΝΑΠΙΑΝΟΥΜΕ ΔΟΥΛΕΙΑ!!!

 Κάποτε, αρκετά χρόνια πίσω, με αφορμή ένα ιδιαίτερο περιστατικό (κλικ) και μια μοναδικη ταινια (κλικ), γεννήθηκε σε αυτό εδώ το ιστολόγιο ένα δρώμενο και ένα νέο ιστολόγιο μέσα από αυτό.

Οι παλιότεροι φίλοι ίσως να το θυμάστε, οι πιο καινούριοι το ακούτε για πρώτη φορά.

Πρόκειται για την "Επανάσταση της Καλοσύνης". Η ιδέα είναι πολύ απλή. Σε έναν κόσμο που πάντα προβάλλεται το κακό, που η έμφαση δίνεται στο λάθος και ο φόβος παίζει καθοριστικό ρόλο στη ζωή μας, όλοι έχουμε ανάγκη από μικρές ή μεγάλες ανάσες ελπίδας για να ομορφαίνει η καθημερινότητά μας.

Κι αν κοιτάξουμε πολύ προσεκτικά, θα δούμε ότι δεν είναι ούτε πολύ μικρές ούτε και τόσο σπάνιες όσο πιστεύουμε. Αντίθετα, κάθε μέρα γύρω μας υπάρχει αγάπη, υπάρχει ενσυναίσθηση, υπάρχει αλληλεγγύη προς τον συνάνθρωπο και εκδηλώνεται με πολλους τρόπους. 

Αυτά τα περιστατικά καλοσύνης προσπαθήσαμε να αναδείξουμε με αυτό το δρώμενο. Μαζέψαμε λοιπόν όμορφες καθημερινές ιστορίες. Πράξεις καλοσύνης που κάναμε, που δεχθήκαμε, που είδαμε, που ακούσαμε. Πράξεις από απλούς μικρούς πρίγκιπες ή από γνωστούς και διάσημους. Πράξεις που έκαναν πάταγο και πράξεις που θα μπορούσαν και να περάσουν εντελώς απαρατήρητες. Από τη δωρεά ενός ευκατάστατου ανθρώπου σε ένα νοσοκομείο, μέχρι το μικρό παιδάκι που δώρισε την κοτσιδα του για να φτιαχτούν περούκες για τους καρκινοπαθείς, όλα αυτά καταδεικνύουν την ομορφιά της ανθρώπινης ψυχής, την ομορφιά της φύσης μας, που εντέχνως προσπαθούν να μας κάνουν να ξεχάσουμε.

Στείλτε μου λοιπόν τις δικές σας ιστορίες καλοσύνης στο butterflysworld@hotmail.com. Θα τις συγκεντρώσω και θα τις αναρτώ με το όνομα του συντάκτη φυσικά, στο μπλοκ και τη σελίδα στο φβ που δημιουργήθηκαν ακριβώς για αυτόν τον σκοπό:

http://epanastasikalosinis.blogspot.com/

https://www.facebook.com/epanastasitiskalosinis

Δεν υπάρχει ημερομηνία, αρχή ή τελος σε αυτό το δρώμενο. Δεν υπάρχει αριθμός συμμετοχών. Δεν έχει σημασία αν πρόκειται για ιστορία δική σας ή κάποιου άλλου, αν είναι καινούργια ή παλιά, φτάνει να είναι αληθινή.

Ο στόχος είναι να πολεμήσουμε τη μαυρίλα των καιρών με χρώμα, να πολεμήσουμε το σκοτάδι με φως, να αναδείξουμε τον καλύτερο εαυτό μας και όλα τα απλά και ιδανικά πράγματα που κρύβουμε μέσα μας. 

Ελάτε να διαδώσουμε ξανά την ελπίδα! Ελάτε να γίνουμε μαζί ξανά επαναστάτες της καλοσύνης!

Γιατί η καλοσύνη σαν στάση ζωής δεν είναι αφέλεια, είναι επανάσταση!


Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2021

ΔΙΠΟΛΟ

Ξυπνάς μια μέρα κι είσαι 20. Και ξαφνικά 30 και μετά 40. Μα είσαι 20! Και δεν είσαι πια 20. Κι ο χρόνος μοιάζει τόσο λίγος κι η ζωή σου έχει μπει στην αναμονή, είτε επειδή την έβαλες μόνος σου είτε επειδή στην έβαλαν οι άλλοι ή οι συνθήκες. Και κάθε μέρα περιμένεις, να τελειώσω αυτό και μετά, να γίνει εκείνο κι ύστερα. Και οι ώρες τις μέρας είναι ελάχιστες, μα οι ώρες είναι πολλές και βαριέσαι. Κι όσο βαριέσαι τόσο αγχώνεσαι κι όσο αγχώνεσαι τόσο αναβάλεις κι όσο αναβάλεις τόσο σε πιάνει πανικός. Ανάσα, πάρε ανασα! 

Και περνάνε οι μέρες κι εσύ μένεις ίδιος και περνάνε οι μέρες και αλλάζεις διαρκώς και φοβάσαι και δεν φοβάσαι και θυμάσαι και ξεχνάς και περιμένεις κι είσαι ανυπόμονος κι όλο τρέχεις να προλάβεις και ποτέ δεν προλαβαίνεις κι ούτε που θυμάσαι πια τι κυνηγάς. Να κοιμηθείς δεν μπορείς μα ούτε ξύπνιος λογαριάζεσαι, ψάχνεις το θάρρος σου το βρίσκεις, ψάχνεις την ανθρωπιά σου τη χάνεις. Ανάσα, πάρε ανάσα! 

Κι επιστρέφεις και φεύγεις και επιστρέφεις πάλι και θες να φύγεις αλλα πού να πας και θες να μείνεις αλλά τι να σε κρατήσει. Και ψάχνεις όλο ψάχνεις. Το φως σου, τα σκοτάδια σου. 

Τι έχεις; Τίποτα. Τι έχεις; Τα πάντα. Τι έχεις; Δεν ξέρω. 

Και κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη και τον βλέπεις μα δεν τον αναγνωρίζεις και τον αναγνωρίζεις μα δεν τον βλέπεις. Ασφυξία, σου λείπει ο αέρας, πολύς αέρας, κλείσε τα παράθυρα. Μίλα, δε βλέπεις που ο κόσμος σαπίζει; Μη μιλάς, δε βλέπεις που σαπίζεις κι εσυ; Ανάσα, πάρε ανάσα.

Κι όλο νιώθεις πως όλα τα κάνεις λάθος, μα δεν μπορεί τα κάνεις σωστά, κάτι κάνεις σωστά.Κι όλο πρέπει αλλα δεν θέλεις κι όλο θες αλλά δεν πρέπει. Πρέπει πρέπει πρέπει! Θέλεις θέλεις θέλεις! Κι ισορροπείς μετά βίας σε ένα αιώνιο δίπολο κι όλο αναρωτιέσαι που θα γύρει τελικά η πλάστιγκα.Θα "ζήσεις" η θα ΖΗΣΕΙΣ;

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2020

ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΑΝΑΠΝΕΥΣΩ

 Δεν μπορω να αναπνευσω!
Δεν μπορω να αναπνευσω με το γονατο του αστυνομικου στο λαιμο μου.
Δεν μπορω να αναπνευσω απο τον πονο της κλειτοριδεκτομης που μου στερει τη φυση μου.
Δεν μπορω να αναπνευσω γιατι τα συνορα μου απειλούνται.
Δεν μπορω να αναπνευσω γιατι υπάρχει λογος να υπαρχουν συνορα.
Δεν μπορω να αναπνευσω απο τους καπνους στη Μαρφιν.
Δεν μπορω να αναπνευσω απο το δασος που φλεγεται.
Δεν μπορω να αναπνευσω απο το νερο στα πνευμονια μου καθως ο λαθρεμπορος βυθιζει τη βαρκα.
Δεν μπορω να αναπνευσω καθως ο δουλεμπορος μου χωνει τη συριγγα στο μπρατσο κι επειτα το καυλι του μεσα μου.
Δεν μπορω να αναπνευσω γιατι ειμαι 9 χρονων και δουλευω 20 ωρες τη μερα.
Δεν μπορω να αναπνευσω απο τα δακρυγονα στις πλατειες και στο σταθμο του μετρο.
Δεν μπορω να αναπνευσω γιατι με λενε Αλεξανδρο και με πυροβολησαν στα 15.
Δεν μπορω να αναπνευσω γιατι με λενε Ελενη, ειμαι γυναικα αλλα όταν λεω οχι με βιαζουν και με σκοτωνουν.
Δεν μπορω να αναπνευσω γιατι με λενε Βαγγέλη και καθε μερα ζω με το φοβο.
Δεν μπορω να αναπνευσω με αυτη τη γαμημένη τη μασκα της υποκρισιας που εγινε ενα με το δερμα μας.
Δεν μπορω να αναπνευσω γιατι με πνίγει η μπόχα απο τη σαπιλα.
Δεν μπορω να αναπνευσω απο το τοσο μισος γυρω μου.
Δεν μπορω να αναπνευσω γιατι δεν μπορω να ονειρευτω.
Δεν μπορω να αναπνευσω γιατι μου κρυβουν το φως, τον ουρανο κι οι αεραγωγοι μου γέμισαν τοξικο αερα.
Δεν μπορω να αναπνευσω γιατι μου εκλεψαν τις λεξεις αγαπη, πατριδα, ελευθερία.
Δεν μπορω να αναπνευσω γιατι σε αυτο το γαμημενο κοσμο που φτιαξαμε ΠΝΙΓΟΜΑΙ!
ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΑΝΑΠΝΕΥΣΩ!
ΑΦΗΣΤΕ ΜΕ ΝΑ ΑΝΑΠΝΕΥΣΩ!

Σάββατο 24 Αυγούστου 2019

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ


Αγαπημενα μου υπεροχα πλασματα, αγορακια μου!

Σας εβλεπα σημερα στην παιδικη χαρα. Ο ενας μεγαλυτερος πιο σίγουρος για τον εαυτό του, δεν ειχε αναγκη τη διαρκή παρουσια μου.  Μονο μου εδειχνε απο μακρυα τα κατορθωματα του,  με φωναζε να δω το υψωμα που είχε σκαρφαλωσει, το αλμα που εκανε. Ο αλλος πιο μικρός,  με τράβαγε απο το παντελονι να τον ακολουθησω και κοιταζε διαρκως πισω του πριν δοκιμασει οτιδηποτε, για να βεβαιωθεί οτι ειμαι εκει. Ετρεμε το φυλλοκαρδι μου μην χτυπησετε, αλλα δε σας σταματησα απο το να δειτε μεχρι που μπορείτε.  Καθε φορα που πεφτατε, σκουπιζατε τα χερια σας και ριχνοσασταν παλι με ορμη στο παιχνιδι. Και σκεφτηκα πως καπως ετσι θα ειναι κι η ζωη. Δεν μπορω να σας προφυλαξω απο τη ζωη. Μπορώ να σας μαθω να αγαπάτε με ολη σας την ψυχη. Μπορω να σας μαθω να χρησιμοποιειτε τα δυο δωρα που σας χαρισε ο Θεος,  την καρδια και το μυαλο σας. Να δινεστε ολοκληρωτικα σε οτι αγαπατε. Να κυνηγατε τα ονειρα σας με παθος. Μπορω να σας μαθω τι ειναι ηθος, αξιοπρέπεια,  τι σημαινει να παλευεις και να μην το βαζεις ποτε κατω.  Τι σημαινει να σεβεστε και να μην κανετε ποτε αυτο που δε θα θέλατε να σας κανουν. Δεν μπορω-και δεν θελω- να αποτρεψω τις πτωσεις σας. Θα ειμαι ομως παντα το διχτυ ασφαλειας σας. Θα ειμαι εκει να κανω το πεσιμο οσο γινεται πιο μαλακο. Να σας δειξω πως να ξανασηκωνεστε και να ξεκινατε απο την αρχη. Ωσπου θα ερθει μια μερα που θα σηκωνεστε μονοι σας, θα τιναζετε τα κατάλοιπα της πτώσης οπως τιναζετε τωρα τη σκονη απο τα ρουχα σας και θα προχωρατε μπροστα. Και δε θα με χρειαζεστε πια σαν διχτυ ασφαλείας.  Και τοτε θα σας σπρωξω ακομα πιο πολυ, να ξεπεασετε τα ορια σας και να πεταξετε ψηλα. Κι εγω περηφανη θα παρακολουθώ το πεταγμα σας.
Και θα σας αγαπώ παντα οσο δε βαζει ο νους σας. Θα εχετε μαζι σας ενα κομματι δικο μου, την καρδια μου να σας συντροφευει. Κι οταν δε θα ειμαι πια εδω,η καρδια μου θα χτυπαει μεσα στη δικη σας. Και παντα θα σας ψιθυριζει μεσα σας "Ζηστε, παιδια μου! ΖΗΣΤΕ!"
Με αγαπη,
Η μαμα σας!

Πέμπτη 2 Μαΐου 2019

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

Με γυμνά τα πέλματα
υποδέχτηκα την Άνοιξη. 
Στη χώρα των ποιητών,
οι λυγμοί με τη βροχή 
γίνονται ένα. 
Εδώ μπορείς να δεις
πράγματα θαυμαστά κι απίθανα. 
Τα ξόανα χορεύουν 
ανάμεσα στα στάχυα. 
Οι νάνοι αδειάζουν το χρυσάφι τους. 
Αίμα χύνεται πηχτό, χρυσοκόκκινο.
Ο γαλάζιος μανδύας που ενδύθηκα,
έβγαλε νύχια. 
Μακριά, γαμψά, μαύρα νύχια.
Ξεπήδησαν απ' τα μαλλιά μου.
Καθώς προχωρώ,  ξυπόλητη,
γαντζώνονται και ξεριζώνουν
τις τριανταφυλλιές.
Τα φαντάσματα γύρω
με περιγελούν.
Στη χώρα των ποιητών
τίποτα δεν είναι αδύνατο.
Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται.
Τώρα, τα νύχια έγιναν κλωστές.
Μεταξωτές, αραχνοΰφαντες.
Κι ο μανδύας μου δεν είναι
πια γαλάζιος, μα λευκός.
Οι φρικτές μορφές
που πριν λίγο με περιέπαιζαν,
τώρα στοργικά χαμογελούν.
Τα σάπια δόντια τους
πέφτουν απ' το στόμα τους.
Φτάνουν στη γη μαργαριτάρια.
Στη χώρα των ποιητών
η μουσική έχει άλλο μέτρο.
Η γαλήνη εδώ δεν ορίζεται.
Ο 
θάνατος δεν υπάρχει.
Οι σκέψεις ροδόσταμο στάζουν 
και περνούν στην αθανασία. 
Η Ποίηση,  Κυρά πανώρια 
και νεράιδα, διαφεντεύει το παρόν.
Το πριν και το μετά 
εξαϋλώνονται στο τώρα.
Το νου σου, ταξιδευτή.
Στη χώρα των ποιητών 
εισέρχεσαι χωρίς ενδύματα.
Εισέρχεσαι αδύναμος, ισχνός.
Εδώ δεν έχει καταφύγιο 
για τους σώφρονες.
Αν είσαι κατατρεγμένος,
εμμονικός, λίγο παράωρος,
τότε μόνο θα ξεδιψάσεις στις πηγές της.
Αίμα αναβλύζουν και κρασί,
μπρούσκο γλυκόπιοτο.
Κι αν είσαι τυχερός, 
η Κυρά θα σου φανερωθεί 
σε όλη της τη δόξα.
Μα, μη λαθέψεις.
Αν σ' αγκαλιάσει,
μην πιστέψεις πως την κέρδισες. 
Μην απατάσαι πως
την έχεις κατακτήσει,  
αν σου επιτρέψει να την αγγίξεις, 
στον κόρφο της ζεστά
να αποκοιμηθείς.
Εκείνη σε διάλεξε. 
Εκείνη άτακτα εισχωρεί 
με κάθε χάδι της
βαθιά στις φλέβες σου.
Με κάθε λέξη, τις σκίζει. 
Βγαίνουν οι φλέβες 
απ' το δέρμα σου.
Τα χέρια σου γίνονται κλαδιά 
και το κορμί σου δέντρο.
Πονάς...
Μα τι γλυκός αλήθεια 
είναι αυτός ο πόνος!
Γιατί εσύ τόλμησες 
ν' αγγίξεις την Ποίηση. 
Γιατί σε σένα αποκάλυψε 
το πιο σκληρό, 
το πιο τρυφερό της πρόσωπο. 
Στη χώρα των ποιητών 
όνειρα κι εφιάλτες γίνονται ένα. 
Σσσς.. μη μιλάς! Σιωπή!
Με σιωπή κι ευλάβεια 
να εισέλθεις. 
Είναι ιερός αυτός ο τόπος.
Εδώ ανασαίνουν οι ψυχές 
οι λαβωμένες
κι από το χώμα
φτιάχνουν ουρανό. 
Με σιωπή κι ευλάβεια 
να εισέλθεις.
Και μ' ευθύνη δική σου.
Ποτέ κανείς δε γύρισε αλώβητος. 
Όσο για μένα... δεν νεκρώθηκα.
Ολοζώντανη, ξυπόλητη, 
της τρέλας και του πάθους 
υφαίνω τις κορδέλες. 
Πολύχρωμο γαϊτανάκι τις πλέκω
και το δένω σφιχτά στον καρπό μου.
Εδώ, σε αυτόν τον λαβύρινθο,
που μήτε οι πεταλούδες 
την έξοδο δε βρίσκουν,
εναπόθεσα το γέλιο 
και το δάκρυ μου.
Την ψυχή μου
τη φόρεσα στην παλάμη μου. 
Και με γυμνά τα πέλματα 
υποδέχτηκα την Άνοιξη. 

Καλημερα φιλοι μου και χρονια πολλα!
Χριστος Ανεστη!
Αυτη ηταν η συμμετοχη μου στο 23ο Συμποσιο Ποιησης.
Ευχαριστω θερμα ολους οσουςτην διαβασαν και ολους οσους την ξεχωρισαν.
Πεταλουδισια φιλια!

Σάββατο 30 Μαρτίου 2019

ΕΚΕΙΝΕΣ ΟΙ ΜΕΡΕΣ

Ηταν εκείνες οι μερες,
οι πρωτες της άνοιξης.
Αυτές που πρωτοσυλλαβιζουν το σ' αγαπω αναμεσα στις ανθισμένες νεραντζιές.  Θροίζουν τ' άνθη τα λευκά.
Μοσχομυρίζει αγαπη ο τόπος.
Οι μέρες που ο ουρανός διεκδικεί ξανά
το γαλάζιο του χρωμα.
Ο ήλιος παίρνει θριαμβευτικά το θρόνο του στο στερέωμα του κόσμου. 
Κρυφτουλι παίζουν οι αχτίδες με τα συννεφα κι ακούγονται τα γέλια των αγγέλων.
Ήταν εκείνες οι μέρες
που ένας μικρούλης Έρωτας
 κρύβεται πισω από τις τριανταφυλλιές στο πάρκο.
Σημαδεύει τις μισερές καρδιες,
δανείζεται το κοκκινο απ' το αιμα τους
κι άλικη χρωματίζει τη μοναξιά.
Οι μέρες οι παράξενες, οι απόλυτες
που όλα φωνάζουν την ανάσταση.
Η ζωη το θάνατο για αλλη μια φορα ξεγελα και κοροϊδευτικά του βγάζει τη γλώσσα.
Ήταν εκείνες οι μέρες
που η θάλασσα ανταριάζει κρυφά.
Και γαληνεύει κι αφήνει το θυμό της
να γίνει λευκό ανθάκι.
Κύμα το κανει απαλό.
Στην αγκαλιά της νανουρίζει
τους αποκαμωμένους εραστές. 
Οι μέρες που εναστρες νύχτες ξημερώνουν. Που μπλεκεται το φως με το σκοτάδι
κι οι ευωδιές των γιασεμιών συναγωνίζονται εκείνες των κορμιών που ερωτεύονται. Κλαδιά δάφνης στεφανώνουν τα μαλλιά
 και ολα τα δάκρυα γίνονται
βροχή από αστέρια.
Ήταν εκείνες οι μέρες
που τα βράδια τις κρυσταλλώνουν.
Τις κανουν σταλαγμίτες.
Στάζουν μικρά κοφτερα διαμαντάκια.
Τα δροσερά όνειρα των κοριτσιών στολίζουν, ματώνοντάς τα.
Οι μέρες της φωτιάς και του αέρα. 
Που το βλέμμα μου ακούμπησα σε δυο μάτια. Βαρκούλα τα έκανα
και τολμησα ενα ταξίδι
στα πιο βαθιά σκοτάδια μου. 
Φάρο τα έκανα
και με οδήγησαν πίσω στο φως.
Ηταν εκείνες οι μερες
που σ' αγιασμένα ύδατα
γυμνή έπλυνα τις πληγές μου.
Μυστήριο μεγαλο κι ιερό, 
εξαγνίστηκα.
Αυτή την Άνοιξη,
Έρωτα  τη βάφτισα.
Βαφτίστηκα κι εγώ ξανά,
Γυναίκα.