Σ εκείνο το γερανι δίπλα στην αυλόπορτα έγειρα να ξαποστάσω.
Άπλωσα τα χέρια μου κι άγγιξα τα πέταλα.
Θαρρείς πως άγγιζα τα μαλλιά της.
Αγάπη; φώναξα
Αγάπη είσαι εδω;
Που κατοικείς που μενεις;
Απόκριση καμία...
μόνο ένα θρόισμα γλυκό ανάμεσα στα φύλλα,
σαν πέταγμα ψυχής.
Στο πεζουλακι στάθηκα.
Κοίταξα τα παραθυρόφυλλα.
Γαλάζια, ξεβαμμενα από τον ήλιο και την βροχη.
Κάποτε γυάλιζαν και θύμιζαν ουρανό.
Το βλέμμα μου ταξίδεψε στην ξύλινη πόρτα
με τη σπασμένη κλειδαριά.
Αγάπη; ξαναφωναξα.
Αγάπη που χαθηκες; που ταξιδευεις;
Απόκριση καμία...
Μονάχα μια αυρα θαλασσινή
χάιδεψε απαλά το πρόσωπο μου.
Τόλμησα ένα βήμα δειλό.
Έτριξαν οι σανίδες στο φθαρμένο πατωμα.
Μια σκιά ανάμνησης πέρασε και χάθηκε το ίδιο ξαφνικά.
Αγαπη! ούρλιαξα.
Αγάπη! Γιατί με εγκατελειψες;
Απόκριση καμία.
Μια σιωπή απόλυτη με τύλιξε
από τα ακροδάχτυλα ως βαθιά στην καρδιά.
Ύπουλα χώθηκε κάτω από το δέρμα μου
κι από τα σφαλιστα μου μάτια
καθώς η σκόνη που τρυπώνει μέσα από τις χαραμάδες.
Υποδόρια χάραξε στίγματα
και σταλαξε πίκρα κι αρμύρα.
Ανύποπτα σύρθηκε μέχρι τον πυρήνα μου
και στραγγιξε από μέσα μου το αίμα.
Καπως έτσι λενε οτι έρχεται κι ο θάνατος.
Αθόρυβα...
Άπλωσα τα χέρια μου κι άγγιξα τα πέταλα.
Θαρρείς πως άγγιζα τα μαλλιά της.
Αγάπη; φώναξα
Αγάπη είσαι εδω;
Που κατοικείς που μενεις;
Απόκριση καμία...
μόνο ένα θρόισμα γλυκό ανάμεσα στα φύλλα,
σαν πέταγμα ψυχής.
Στο πεζουλακι στάθηκα.
Κοίταξα τα παραθυρόφυλλα.
Γαλάζια, ξεβαμμενα από τον ήλιο και την βροχη.
Κάποτε γυάλιζαν και θύμιζαν ουρανό.
Το βλέμμα μου ταξίδεψε στην ξύλινη πόρτα
με τη σπασμένη κλειδαριά.
Αγάπη; ξαναφωναξα.
Αγάπη που χαθηκες; που ταξιδευεις;
Απόκριση καμία...
Μονάχα μια αυρα θαλασσινή
χάιδεψε απαλά το πρόσωπο μου.
Τόλμησα ένα βήμα δειλό.
Έτριξαν οι σανίδες στο φθαρμένο πατωμα.
Μια σκιά ανάμνησης πέρασε και χάθηκε το ίδιο ξαφνικά.
Αγαπη! ούρλιαξα.
Αγάπη! Γιατί με εγκατελειψες;
Απόκριση καμία.
Μια σιωπή απόλυτη με τύλιξε
από τα ακροδάχτυλα ως βαθιά στην καρδιά.
Ύπουλα χώθηκε κάτω από το δέρμα μου
κι από τα σφαλιστα μου μάτια
καθώς η σκόνη που τρυπώνει μέσα από τις χαραμάδες.
Υποδόρια χάραξε στίγματα
και σταλαξε πίκρα κι αρμύρα.
Ανύποπτα σύρθηκε μέχρι τον πυρήνα μου
και στραγγιξε από μέσα μου το αίμα.
Καπως έτσι λενε οτι έρχεται κι ο θάνατος.
Αθόρυβα...