
Με το μικρο αυτο παραμυθι ελαβα μερος στο 6ο Παιζοντας με τις λεξεις, στο μπλογκ της Φλωρας. Η ιστορια ξεκινησε οταν ο γιος μου, διαβαζοντας για την κοκκινοσκουφιτσα και τα επτα κατσικακια, αρχισε να θεωρει τους λυκους κακα πλασματα που θελει να τα σκοτωσει! Θελησα λοιπον να του δειξω οτι, ακριβως οπως στον κοσμο των ανθρωπων, υπαρχουν καλοι και κακοι λυκοι, οτι κανενα ειδος στον κοσμο δεν περισσευει, αντιθετα πρεπει να σεβομαστε καθε μορφη ζωης...αλλα να αποφευγουμε τις κακες παρεες! Κι ετσι, γεννηθηκε η ιδεα ενος καλου λυκου, ενος λυκου που οχι μονο δεν ηθελε να φαει τα αλλα ζωακια, αλλα ηθελε να τα ευεργετησει.
Το παραμυθι στην πραγματικοτητα ειναι μεγαλυτερο, εχει καποιες λεπτομερειες για τη ζωη στο δασος και καποιους παραπανω διαλογους και περιγραφες, αλλα χαρην του παιχνιδιου, το μικρυνα λιγακι, αν και παλι δεν καταφερα να μεινω στο οριο των λεξεων.
Παρολα αυτα, η Φλωρα δεχτηκε να το δημοσιευσει και την ευχαριστω πολυ για αυτο! Ετσι σημερα, με χαρα παραλαμβανω το βραβειο συμμετοχης και σας παρουσιασζω το παραμυθι που εγραψα για το γιο μου, οπως το εστειλα στο παιχνιδι.
Ο λύκος που ήθελε να γιατρεύει τον πόνο.
Μια
φορά κι έναν καιρό, σε ένα πανέμορφο δάσος, ζούσαν πολλά ζώα. Λαγοί,
σκαντζόχοιροι, σκιουράκια, κάστορες και άλλα πολλά. Ανάμεσά τους, ζούσε και μια
οικογένεια λύκων. Η μαμά, ο μπαμπάς και ένα μικρό λυκάκι.
Μια
μέρα, το λυκάκι βρήκε στο δάσος πεταμένη μια βαλίτσα γεμάτη με βιβλία και την
πήρε στο σπίτι του. Το πρώτο βιβλίο που άνοιξε ήταν γεμάτο εικόνες. Έδειχνε
διάφορα ζώα που είχαν τραυματιστεί και κάποιος είχε γιατρέψει τα τραύματά τους.
Τις κοίταξε μία προς μία με θαυμασμό και καταλάβαινε ότι είχε μπροστά του κάτι
πολύ σπουδαίο, αν και δεν ήξερε ακριβώς τι. Αποφάσισε να ρωτήσει τους γονείς
του ποιος είχε περιποιηθεί αυτά τα ζώα και γιατί. Μόλις είδαν τις εικόνες, του
είπαν πως ένας γιατρός, ένας κτηνίατρος είναι αυτός που μπορεί να κάνει καλά
τις αρρώστιες των ζώων και να τα βοηθάει να μην πονάνε. Ενθουσιασμένος ο μικρός
λύκος, ανακοίνωσε με στόμφο ότι μόλις κι αυτός μεγαλώσει θα γίνει κτηνίατρος.
Στην αρχή, ο λύκος και η λύκαινα γέλασαν μαζί του και δεν του έδωσαν σημασία. Ο
μικρός όμως το είχε βάλει πείσμα. Όπου στεκόταν και βρισκόταν έλεγε πως θα πάει
να σπουδάσει να γίνει γιατρός. Τα ζώα του δάσους τον κορόιδευαν. «Όλα
τα ‘χε η Μαριωρή, ο φερετζές της έλειπε!» του έλεγαν περιπαιχτικά.
«Έχεις δει εσύ ποτέ λύκο να πηγαίνει στο πανεπιστήμιο; Αυτά είναι για τους
ανθρώπους!» Το λυκάκι όμως δεν είχε σκοπό να το βάλει κάτω. Κάθε βράδυ, όταν
όλοι κοιμόνταν, εκείνο μελετούσε σκληρά
ό,τι έπεφτε στα χέρια του. Με κόπο πολύ, κατάφερε τελικά να μάθει να διαβάζει, να
γράφει και να μιλάει τη γλώσσα των ανθρώπων. Ακόμα, έμαθε μαθηματικά, φυσική,
βιολογία και χημεία. Τα χρόνια πέρναγαν και το λυκόπουλο μεγάλωνε, μελετώντας
διαρκώς. Όταν πια ενηλικιώθηκε, πήρε τα βιβλία του, το χαρτζιλίκι που μάζευε όλα αυτά τα χρόνια και κίνησε στα
κρυφά για την πόλη.
Όταν
έφτασε εκεί, οι άνθρωποι δεν τον καλοδέχτηκαν. Φοβήθηκαν πως είχε έρθει να τους
κάνει κακό ή να τους ρημάξει το βιος. Ο λύκος όμως, τους μίλησε με ανθρώπινη
λαλιά και τότε εκείνοι παραξενεμένοι, στάθηκαν να τον ακούσουν.
«Δεν
έχω έρθει να σας πειράξω, μη φοβάστε. Θέλω μόνο να γιατρεύω τον πόνο. Ήρθα να
σπουδάσω, να γίνω γιατρός.»
Οι
άνθρωποι τότε ξέσπασαν σε γέλια! «Άκου γιατρός! Μα καλά, έχεις δει εσύ ποτέ ζώο
στο πανεπιστήμιο; Αχαχαχαχαχα!»
Ο
λύκος που ήταν έξυπνος και ετοιμόλογος τους είπε «Γιατί μήπως έχετε δει εσείς
ξανά ζώο να μιλάει τη γλώσσα των ανθρώπων;» Μιλιά οι κάτοικοι της πόλης. Σαν να
τους αποστόμωσε κομματάκι. «Θέλω μόνο μια ευκαιρία. Βάλτε με να κάνω ό,τι
θέλετε, να λύσω τα πιο δύσκολα προβλήματα, ό,τι μου ζητήσετε θα το κάνω και θα
σας αποδείξω ότι μπορώ να τα καταφέρω. Θέλω
μόνο μια ευκαιρία…» είπε και δάκρυα άρχισαν να πλημμυρίζουν τα μάτια
του. Οι άνθρωποι συγκινήθηκαν και τον
άφησαν να σπουδάσει. Ο λύκος αποδείχτηκε εξαιρετικός σπουδαστής. Αρίστευσε σε
όλα τα μαθήματα κι έγινε σιγά σιγά αγαπητός κι αποδεκτός από όλους.
Όταν
τελείωσε την Ιατρική, μάζεψε τα πράγματά του και συγκινημένος αποχαιρέτισε τους
φίλους του και ξεκίνησε για το σπίτι του στο δάσος. Μόλις έφτασε, τα υπόλοιπα
ζώα σχεδόν δεν τον αναγνώρισαν τόσο που είχε αλλάξει. Οι γονείς του πήραν
τέτοια χαρά, που έστησαν γλέντι τρικούβερτο!
Ο
καλός μας λύκος, έφτιαξε ένα ιατρείο και βοηθούσε αφιλοκερδώς όλα τα άρρωστα
ζώα. Κανείς ποτέ πια δεν τον κορόιδεψε. Όλοι μιλούσαν με θαυμασμό για το μικρό
λύκο που είχε κυνηγήσει τα όνειρά του και με το πείσμα και την επιμονή του τα
κατάφερε!
Όταν
πέθανε, γέρος πια και πολύ ευτυχισμένος, τον έβαλαν σε ένα όμορφο σπιτάκι στο
δάσος κι έγραψαν απ’ έξω « Εδώ κοιμάται ο
λύκος που ήθελε να γιατρεύει τον πόνο».
Καλο Σαββατοκυριακο σε ολους! Πεταλουδισια φιλια!


