Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2019

ΕΡΩΤΙΚΗ ΥΜΝΩΔΙΑ

Θα σταθείς απέναντι.
Θα με κοιτάξεις.
Τα χείλη σου σφραγισμένα θα μένουν,
καθώς το βλέμμα σου
θα γλύφει το κορμί μου.
Θα απλώσω το χέρι .
Θα σ' αγγίξω απαλά.
Στο μάγουλο, στο πηγούνι, στο κάτω χείλος.
Εκεί στο λωβο του αυτιού
που τόσο ανατριχιάζεις.
Αργά και βασανιστικά
θα ελευθερωθώ από τα ρούχα μου.
Θα κάνεις να με πλησιάσεις,
μα μ' ένα νεύμα θα σε κρατήσω μακρυά μου.
Θα διαγράψω με τα δάχτυλα μου
τη διαδρομή που θέλω
να ακολουθήσει η γλώσσα σου.
Από τις κορυφογραμμές του στήθους μου
ως τις καμπύλες των γοφων μου.
Θα αγγίξω την κοιλάδα
της θηλυκότητας μου
κοιτώντας σε κατάματα.
Τα μάτια σου,
αυτά θα μου δείξουν τον πόθο σου.
Καμία λέξη δεν θα ψελισουμε.
Οι φωτιές του πάθους
θα χορεύουν γύρω μας.
Κι εμείς ακίνητοι,  ολοκαύτωμα θα γίνουμε.
Θα ντυθώ τα πορφυρά
πέπλα της επιθυμίας.
Θα γίνεις ο μαύρος πυρήνας
του δικού μου σύμπαντος.
Θα αφήσω την απόσταση ανάμεσα μας
ολοένα πιο κοντά να μας φέρνει.
Κι όταν θα φτάσω ένα βήμα
πριν τη λύτρωση,
θα σε καλέσω.
Το πρόσωπο σου θα γίνει καθρέφτης μου.
Τα βογγητά μου μικρός ναός.
Το σώμα σου προσκυνητής μου.
Σαν γίνουμε ένα,
Θα τιναχτούμε  στον αέρα.
Πολύχρωμα μικρά βεγγαλικά.
Κι όταν οι στάχτες μας αγγίξουν το δάπεδο,
θα εξαυλωθουμε.
Άγγελοι θα γίνουμε της ηδονής,
με τα φτερά καμμένα.
Άγγελοι του έρωτα,ξεπνοοι
αγκαλιά θα αποκοιμηθουμε.

Η αγαπητή Λυσιππη από το https://on-the-up-and-up.blogspot.com/?m=1
μας κάλεσε να τιμήσουμε την ερωτική πράξη μέσα από μια Ερωτική υμνωδία

Πεταλουδίτσα φιλιά σε όλους!!!

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2019

ΜΕΙΝΕ ΨΥΧΗ ΜΟΥ

Μείνε ψυχή μου.
Μείνε απόψε ασαλευτη.
Δεν έχω χώρο στη ζωή μου,
μην πεις ψέμματα.
Ο καιρός πέρασε.
Τα ζουμπουλια στη γλάστρα
ανθισανε.
Και μαραθηκαν κι άνθισαν πάλι.
Άλλαξαν οι εποχές,
κυλάνε τα χρόνια.
Κι είναι κι αυτά τα λόγια
που δεν μπορώ να πω.
Μείνε ψυχή μου.
Έχω τετράδια πολλά,
κάτι θα βρω να γράψω.
Μείνε ασαλευτη απόψε.
Αφουγγρασου .
Τα γόνατα μου μάτωσαν.
Τα χέρια μου ξεραθηκαν.
Τα χείλη μου διψασαν.
Μόνο στα μάτια μου μπορείς να δεις
εκείνο τον ήλιο.
Δύο λαμπεροί κατάμαυροι ήλιοι
τα μάτια μου.
Μαύρες πηχτες αχτίδες
τα βλέφαρα μου.
Μείνε ψυχή μου.
Μείνε απόψε ασαλευτη.
Αταλάντευτη περπατώ
στων οριζόντων την αρένα.
Κρατώ μονάχα δύο γαρδένιες
και μια χούφτα χωμα
απ' το μνήμα του πατέρα.
Άγρια τα χωματα
που τις  ζωές σκεπάσαν.
Μείνε ψυχή μου.
Ασαλευτη μείνε απόψε.
Διαταράσσεται η γαλήνη
των νεκρών.
Ονείρων, οχι ανθρώπων.
Ονείρων που κοιμήθηκαν
στην ακροθαλασσιά.
Τα πήρε το κύμα
και τα ξεβρασε στα πόδια μου.
Γλύφουν τις γάμπες μου
και τις γδέρνουν.
Μείνε ψυχή μου.
Απόψε μείνε ασαλευτη.
Το φεγγάρι μου ψιθυρίζει
ένα παλιό τραγούδι.
Γλυκειά φωνή, μελωδική φωνή.
Σπασμένη φωνή, ραγισμένη.
Των ερώτων ακούω το κάλεσμα.
Σειρήνες μάγισσες
κάπου ανάμεσα στ' αστέρια.
Βουλωσα με κερί τ' αυτιά μου
στην άμμο κάρφωσα τα πόδια μου.
Μα είναι η άμμος μαλακή
κι εγώ θέλω να τρέξω.
Μείνε ψυχή μου.
Μείνε απόψε ασαλευτη.
Θα ξαναγεννηθουμε.
Τα μαλλιά θα στολίσουμε
με κλωνάρια γιασεμί.
Θα φυσάει ο μπατης
και θα μοσχοβολάει ο τόπος.
Θα ξημερώνει, θα νυχτώνει
κι όλο θ' ανθίζει το γιασεμί.
Θα γίνει στεφάνι.
Θα γίνει φουστάνι αναρριχωμενο
να καλύψει τη γύμνια μας.
Μικρά λεπτά πράσινα φύλλα
θα μας ντύσουν.
Λευκά αστεροσχημα ανθάκια
τα δάχτυλα, τα νύχια,
το χαμόγελο μας.
Μείνε ψυχή μου.
Απόψε ασαλευτη μείνε.
Εγώ θα εξομολογούμαι
κι εσύ θα ακούς.
Όλα θα σου τα πω.
Κι αυτά που πάντα ήξερες
κι εκείνα τ' άλλα
τα χιλιοκρυμμενα.
Εκείνα που φύλαξα
μες στους καθρέπτες
κι έπειτα τους σκέπασα.
Για να μη σκονιζονται- είπα.
Για να μη σκονιζομαι- λέω.
Θα τους σπάσω τους καθρέφτες.
Τα γερασμένα είδωλα
θα ελευθερωσω.
Θα έρθει το χάραμα
κι εγώ δεν θα είμαι εγώ.
Θα είμαι πεταλούδα.
Θα ζήσω μια μέρα μοναχά
και μια αιωνιότητα.
Στα αλικα  χείλη του πόθου
θα αποκοιμηθώ.
Για αυτό σου λέω,
μεινε ψυχή μου.
Μείνε απόψε ασαλευτη.

Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2018

ΦΕΤΟΣ



Φέτος δε θα σε βρω
ούτε στις χρυσοκόκκινες μπάλες του δέντρου
ουτε στης φάτνης τη ζεστή αγκαλιά.

Φέτος δε θα σε βρω
ούτε στης άχνης ζάχαρης τη γλύκα
ούτε στο φως απ'τα λαμπιόνια που αναβοσβήνουν γιορτινά.

Φέτος δε θα με βρω
στο αχνιστό σαλέπι που θα με κερνούσες
ούτε στου καστανά τη φουφού που αργοκαίει.

Φέτος δε θα με βρω
ούτε στις χαρούμενες παιδικές φωνές
ούτε στα μελομακάρονα που ποτέ δεν πέτυχα.

Φέτος δε θα μας βρω
ούτε στα ερωτικά χριστουγενιάτικα τραγούδια
ούτε στο φιλί κάτω από το αστέρι μας.

Φέτος δε θα μας βρω
ούτε στα χουχουλιάσματα κάτω από το βαρύ πάπλωμα
ούτε στους περιπάτους στη γιορτινή πόλη.

Φέτος γύρω από το τζάκι θα κρεμάσω καλτσες πολλές.
Θα τις γεμίσω με γράμματα στον Άγιο Βασίλη.
Φέτος, ένα μόνο θα ζητήσω μια ευχή θα κάνω μόνο.

Κάπου εκεί έξω να με ξαναβρώ.
Μέσα στους ήχους του σαξόφωνου
τους μελαγχολικούς.

Κάπου εκεί έξω να σε ξαναβρείς.
Στη γεύση του γλυκόπιοτου κρασιού.

Κι ισως κάποτε βρούμε ξανα ο ένας τον άλλο
κι ο ήχος με τη γεύση ξαναγίνουν ένα.

Με αυτό το ποίημα συμμετείχα στο 22ο  ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ που άψογα διοργανώνει η γνωστή σε όλους μας Πυργοδέσποινα Αριστέα.
Το αγαπήσατε και το φέρατε στην πρώτη θέση μαζί με το εκπληκτικό "Σβήσε το σπίρτο να κοιμηθούμε" της Μαρίας Κανελλάκη.
Σας ευχαριστώ πολύ για την τιμή και τη χαρά.

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018

24 ΛΕΞΕΙΣ: ΑΘΟΡΥΒΑ

Σ εκείνο το γερανι δίπλα στην αυλόπορτα έγειρα να ξαποστάσω.
Άπλωσα τα χέρια μου κι άγγιξα τα πέταλα.
Θαρρείς πως άγγιζα τα μαλλιά της.
Αγάπη; φώναξα
Αγάπη είσαι εδω;
Που κατοικείς που μενεις;
Απόκριση καμία...
μόνο ένα θρόισμα γλυκό ανάμεσα στα φύλλα,
σαν πέταγμα ψυχής.
Στο πεζουλακι στάθηκα.
 Κοίταξα τα παραθυρόφυλλα.
Γαλάζια, ξεβαμμενα από τον ήλιο και την βροχη.
Κάποτε γυάλιζαν και θύμιζαν ουρανό.
Το βλέμμα μου ταξίδεψε στην ξύλινη πόρτα
με τη σπασμένη κλειδαριά.
Αγάπη; ξαναφωναξα.
Αγάπη που χαθηκες; που ταξιδευεις;
Απόκριση καμία...
Μονάχα μια αυρα θαλασσινή
χάιδεψε απαλά το πρόσωπο μου.
Τόλμησα ένα βήμα δειλό.
Έτριξαν οι σανίδες στο φθαρμένο πατωμα.
Μια σκιά ανάμνησης πέρασε και χάθηκε το ίδιο ξαφνικά.
Αγαπη! ούρλιαξα.
Αγάπη! Γιατί με εγκατελειψες;
Απόκριση καμία.
Μια σιωπή απόλυτη με τύλιξε
από τα ακροδάχτυλα ως βαθιά στην καρδιά.
Ύπουλα χώθηκε κάτω από το δέρμα μου
κι από τα σφαλιστα μου μάτια
καθώς η σκόνη που τρυπώνει μέσα από τις χαραμάδες.
Υποδόρια χάραξε στίγματα
και σταλαξε πίκρα κι αρμύρα.
Ανύποπτα σύρθηκε μέχρι τον πυρήνα μου
και στραγγιξε από μέσα μου το αίμα.
Καπως έτσι λενε οτι έρχεται κι ο θάνατος.
Αθόρυβα...

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2018

ΦΩΤΟ-ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΗ ΣΚΥΤΤΑΛΗ: CHRISTMAS BLUES

Όλα φαίνονταν θολά πίσω από το βρεγμένο τζάμι. Κάποια φωτάκια τρεμόπαιζαν στο απέναντι παράθυρο. Είχε μπει ο Δεκέμβρης και ο κόσμος γύρω χόρευε στους γιορτινούς ρυθμούς. Τα παιδιά χάζευαν τα γλυκά και τα παιχνίδια στις Χριστουγεννιάτικες βιτρίνες. Ένα ανθρώπινο ποτάμι πλημμύριζε τον πεζόδρομο με τα μαγαζιά, οι καφετέριες και τα μεζεδοπωλεία γεμάτα και τα χαμόγελα έδιναν κι έπαιρναν. Η κρίση κρίση αλλά η φτώχεια θέλει καλοπέραση.
Όλο αυτό το κλίμα υποχρεωτικής ευδαιμονίας του έδινε στα νεύρα. Πάντα η εποχή αυτή του προκαλούσε μελαγχολία. Θες γιατί όταν όλοι γιόρταζαν εκείνος δούλευε; Θες γιατι  ποτέ δεν είχε νιώσει αυτό που λέμε οικογενειακή θαλπωρή; Ακόμα ίσως γιατί ερχόταν το τέλος άλλης μιας χρονιάς που τίποτα δεν είχε αλλάξει, που όλα έμεναν στάσιμα.
Φέτος όμως, είχε αποφασίσει να κάνει κάτι διαφορετικό. Δεν θα περνούσε αυτές τις μέρες μόνος του. Θα έψαχνε παρέα αληθινή, καρδιακή στα πιο απίθανα μέρη. Εκεί που η ανθρώπινη αξιοπρέπεια υπέφερε, αλλά η ανθρωπιά είχε μια άλλη ξεχωριστή θέση.
Πάρκαρε λίγο παραπέρα από την πλατεία. Το μέρος θεωρούνταν επικίνδυνο μόλις έπεφτε η νύχτα. Στα χέρια του κρατούσε διάφορες τσάντες. Όλες περιείχαν το ίδιο ακριβώς. Ένα μπουκάλι κονιάκ, ένα πακέτο τσιγάρα κι έναν μαλλινο σκούφο. Άρχισε να περπατάει ανάμεσα στις φωτιές από χαρτόκουτα. Πλησίαζε έναν έναν τους ανθρώπους με τα σκυφτά κεφάλια και τα καμμένα βλέμματα. Τους έτεινε από μια σακούλα κι έφευγε σιωπηλός. Όταν έφτασε στο τέρμα στάθηκε κρυμμένος παράμερα και παρατηρούσε τις αντιδράσεις όσων άνοιγαν τη σακούλα. Άλλοι άρπαζαν με λαχτάρα το ποτό, άλλοι ευλαβικά άναβαν ένα τσιγάρο. Στην τελευταία φωτιά μια νεαρή γυναίκα αγκάλιαζε ένα αγοράκι γύρω στα 12. Του φόρεσε με αγάπη το σκούφο κι άφησε έναν αναστεναγμό. Το αγόρι είχε γυρίσει προς το μέρος που κρυβόταν. Τον είδε και με θάρρος τον πλησίασε. "Έλα" του είπε και τον πήρε από το χέρι. Τον τράβηξε κοντά του δίπλα από τη φωτιά και του έγνεψε να καθίσει μαζί τους. Έβγαλε ένα πλαστικό ποτήρι τον τράταρε κονιάκ. Έβαλε και για τον εαυτό του ένα κι άναψε τσιγάρο. Υπό άλλες συνθήκες, θα είχε σοκαριστεί θα είχε θυμώσει, θα είχε μαλώσει το 12χρονο αγόρι που έπινε και κάπνιζε. Όμως απόψε ήταν αλλιώς. Απόψε δεν υπήρχε λάθος και σωστό δεν υπήρχε κριτική. Μόνο η ανάγκη να πάρει και να δώσει αγάπη. Δίπλα τους η μητέρα του, με μάτια κόκκινα από τον πυρετό ή την εξάρτηση ή ισως τα δάκρυα τον κοιτούσε γεμάτη ευγνωμοσύνη χωρίς να πει λέξη.
Πλάι πλάι τους βρήκε το πρωί. Τα λόγια τους λιγοστά. Μοιράστηκαν το κονιάκ και τα τσιγάρα, τη ζεστασιά της φλόγας που σιγόκαιγε. Μοιράστηκαν και μια άλλη ζεστασιά, αυτή που λιώνει τους πάγους της ψυχής, αυτή που μοιράζονται μόνο όσοι λιώνουν από κάποιον καημό. Διαφορετικές ζωές, διαφορετικοί καημοί, ένας πόνος.
Με το ξημέρωμα γύρισε στο άδειο του σπίτι. Άναψε το τζάκι κι άνοιξε ένα παλιό κουτί από παπούτσια. Από μέσα άρχισαν να ξεπηδούν παλιές φωτογραφίες, γράμματα, ημερολόγια. Ένα ένα τα έριξε στη φωτιά. Το δεντράκι στο απέναντι παράθυρο ακόμα αναβόσβηνε γιορτινά. Η θολούρα στα μάτια του επέστρεψε. Ένα δάκρυ κύλησε αργά. Αποχαιρέτισε όσα τον κρατούσαν δέσμιο στο παρελθόν κι υποσχέθηκε στον εαυτό του πως ξημέρωνε ένα νέο μέλλον. Κι έτσι, δακρυσμένος, αλλά γεμάτος, αποκοιμήθηκε δίπλα στις φλόγες.

Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στη ΦΩΤΟ-ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΗ ΣΚΥΤΤΑΛΗ της Μαίρης από τη ΓΗΙΝΗ ΜΑΤΙΑ

Τη φωτογραφία μου έδωσε η Μαρίνα από το μπλογκ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΡΩΤΕΥΟΜΑΙ ΤΗ ΖΩΗ

Παραδίδω τη σκυττάλη στην Woman in blogs από το μπλογκ A BUTTON ON THE MOON

Ελπίζω να σου αρέσει η φωτογραφία που σου διάλεξα:

Kαλή εβδομάδα και πεταλουδίσια φιλιά σε όλους!



Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018

ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ

Είσαι παιδί ακόμα 14 χρονών. Γνωρίζεις ένα πανέμορφο αγόρι με καταπράσινα μάτια. Γίνεστε φίλοι. Το νιώθεις μέρα με τη μέρα πως αυτό που υπάρχει ανάμεσά σας δεν είναι φιλία. Κι έρχεται η στιγμή δυο χρόνια μετά να ξεσπάσει όλο το πάθος που έβραζε μέσα σας. Όλα στο κόκκινο. Στιγμές κινηματογραφικές και μια ένταση συναισθημάτων απερίγραπτη. Ένας έρωτας έντονο κόκκινο σαν αυτό της παπαρούνας στο λιβάδι. Αρχίζουν τα πρώτα σύννεφα. Κόκκινο πάλι. Σκούρο ανταριασμένο. Περνάς 9 χρόνια αλλάζοντας αποχρώσεις του κόκκινου, πάντα με την ίδια ένταση το ίδιο πάθος.
Σπας. Φέυγεις, φεύγει...Μένετε 1,5 χρόνο χώρια κι όμως κανείς και τίποτα δεν μπορεί να ανατρέψει αυτόν τον έρωτα. Επιστρέφεις. Ξέρεις καλά ότι με αυτόν τον άνθρωπο δεν ταιριάζεις. Όμως έχεις βρει τον ένα, το μοναδικό, τον έρωτα της ζωής σου. Πόσοι μπορούν να το πουν αυτό;
Παντρεύεστε. Ξανά όλα κόκκινα. Πάθος στον έρωτα, πάθος και στους καυγάδες. Και μια βαθιά κατακόκκινη αγάπη που μεγαλώνει μέρα τη μέρα. Έρχεται το πρώτο παιδί. Έρχονται και τα πρώτα σοβαρά οικονομικά ζόρια. Είσαι εκεί το παλεύεις, το παλεύετε μαζί. Το κόκκινο σκουραίνει αρχίζει επικίνδυνα να μοιάζει με μαύρο. Ξημερώνει πάλι. Η αγάπη γιγαντώνεται, ο έρωτας παραμένει ίδιος μετά από τόσα χρόνια. Το κόκκινο αλλάζει, παιρνει τη γλύκα του ροδοκόκκινου του ουρανού στο ηλιοβασίλεμα. Οι διαφορές παραμένουν, οι χαρακτήρες δεν αλλάζουν, μα υπάρχει μια γαλήνη μια ηρεμία κι αυτή η απόχρωση σε κάνει να νιώθεις ασφαλής. Έρχεται το δεύτερο παιδί. Οι ισορροπίες ανατρέπονται και πάλι. Στην αρχή δυναμώνεις, νιώθεις να πλησιάζεις, η απόσταση μικραίνει, απολαμβάνεις την κάθε στιγμή. Όλα είναι εκεί όμως. Κι η αγάπη και το πάθος κι η ασυμφωνία χαρακτήρων κι ο κατακόκκινος έρωτας και η ζήλεια. Και μετά το μπαμ. Το κόκκινο παίρνει το χρώμα του αίματος. Ματώνεις και ματώνει μαζί σου κι εκείνος και τα παιδιά σας. Πληγώνετε κάθε μέρα ανεπανόρθωτα ο ένας τον άλλο και την αγάπη σας που αιμορραγεί.
Κι έρχεται η μέρα που πάντα φοβόσουν. Η μέρα που ξυπνάς και δεν είναι πια εκεί. Η μέρα που η απόσταση μοιάζει χαώδης, ανυπέρβλητη. Είναι. Η μέρα που το παιδί σε ρωτάει "πότε θα γυρίσει ο μπαμπάς;" κι εσύ πρέπει να απαντήσεις "δε θα γυρίσει αγάπη μου ο μπαμπάς". Η μέρα που έρχεται και παίρνει τα παιδιά για βόλτα κι ανταλάσσεις ένα τυπικό χαιρετισμό. Και μέσα σου πεθαίνεις. Και κάθε πρωί ξυπνάς κι αναρρωτιέσαι πώς θα βγάλεις τη μέρα. Κι όλο το σπίτι σε πνίγει, οι αναμνήσεις σε πνίγουν, καλές και κακές. Πνίγεσαι.. Μαύρο. Πίσσα...
Και λες όχι δεν θα το άλλαζα. Δε θα ήθελα να μη νιώσω τόσο δυνατά συναισθήματα όσο κι αν έχω πονέσει κι ακόμα πονάω.
Τα μεγάλα πάθη είναι επικίνδυνα όμορφα. Σε παρασέρνουν στη δίνη τους και χάνεσαι.
Όταν ζεις διαρκώς στα κόκκινα, έρχεται η ώρα που θα ζήσεις και στο μαύρο...

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2018

ΑΛΙΣΑΧΝΗ...ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ

Κάθε φορά που γράφω φεύγει από μέσα μου ένα κομμάτι της ψυχής μου. Ταξιδεύει με τις λέξεις κι ευελπιστεί να ακουμπήσει πάνω σε άλλες ψυχες, να τις αγγίξει, να τους πει κάτι. Κι όταν αυτό συμβαίνει, είναι κάτι μαγικό. Κι όταν ντύνεται με μουσική, είναι κάτι υπέροχο.

Για άλλη μια φορά, ο διαδικτυακός φίλος Νίκος Μουσαβερές μου έκανε την τιμή να ξεχωρίσει τους στίχους που τον άγγιξαν περισσότερο και να τους περιβάλει με ξεχωριστή μουσική και δυνατές εικόνες, σε ένα βίντεο φτιαγμένο με μεράκι για τη δική μου ΑΛΙΣΑΧΝΗ.

Νίκο, δεν έχω λόγια να σε ευχαριστήσω για την τιμή!
Απολάυστε το!



Η ΑΛΙΣΑΧΝΗ ειναι η δέυτερη ποιητική μου συλλογή και μπορείτε να τη βρείτε εδω:

http://www.easywriter.gr/ebooks/item/2723

Ο Νίκος μπλογκάρει στο εξαιρετικό ιστολόγιο ΑΝΤΙΘΕΤΟΙ ΚΟΣΜΟΙ

Τα βίντεο που φτιάχνει με κόπο και αγάπη τα βρίσκετε στο κανάλι του στο youtube:
nikos mous

Πεταλουδίσια φιλιά σε όλους!