Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2021

ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ 2021

 Αντί άλλης ανάρτησης, σήμερα, ημέρα αφιερωμένη στη γυναίκα, στο αυτονόητο της ισότητας των ανθρώπων κάθε φυλου, που όμως δεν έγινε ποτε αυτονόητο, ένα απόσπασμα από το εν εξελίξει μυθιστόρημα μου "Στο σκοτάδι". Η ιστορία μιας γυναίκας και η γέννηση μιας φιλίας. 


"Οι μέρες κυλούσαν ήρεμα στο σπίτι του Χρήστου. Ένας μήνας είχε περάσει από τον υποτιθέμενο σεισμό και από το βράδυ που είχε βρει εκείνο το αηδιαστικό μάτι στο δωμάτιο του Στέφανου. Σιγά σιγά τα πάντα επέστρεφαν στον κανονικό τους ρυθμό. Τις πρώτες μέρες είχαν ταμπουρωθεί και οι τρεις στο σπίτι. Δεν έβγαιναν παρά μόνο για τα απαραίτητα ψώνια. Φρόντιζαν να είναι πάντα κάποιος με το παιδί και είχαν τα μάτια τους δεκατέσσερα. Ο Χρήστος ψηλάφισε έναν έναν όλους τους τοίχους, τα πατώματα, τράβηξε τα έπιπλα, έψαξε εξονυχιστικά όλο το σπίτι μέσα και έξω. Δεν βρήκε τίποτα άλλο. Πέρασε καμιά βδομάδα πριν αρχίσουν να ξεθαρρεύουν λιγάκι. Δεν είχαν κι άλλη επιλογή εξάλλου, ο Χρήστος έπρεπε να επιστρέψει στη δουλειά. Κι ο Στέφανος είχε ανάγκη να βγαίνει έξω, να περπατάει, να παίζει, να κάνει τελοσπάντων ο,τι κάνουν τα παιδάκια της ηλικίας του. Σχεδόν δηλαδή, αφού εξακολουθούσε να μη μιλάει ποτέ και σε κανέναν. Στην παρέα τους είχε προστεθεί και η Φωτεινή, μετά από απαίτηση της κυρίας Κατερίνας. 


Η Φωτεινή ήταν κάτι σαν ψυχοκόρη της, την είχε βρει κουρελιασμένη και χτυπημένη δίπλα από έναν κάδο σκουπιδιών. Ο άντρας της την κακοποιούσε και την βίαζε κατ’ επανάληψη, μέχρι που μάζεψε το κουράγιο κι έφυγε. Αλλά δεν είχε πού να πάει… ολομόναχη ήταν στον κόσμο, εκτός από τον πατέρα της… σε εκείνον δεν θα πήγαινε ούτε νεκρή. Τα ίδια κι αυτός, βάναυσος με τη μάνα της μέχρι που την πέθανε, βάναυσος και με κείνη αργότερα. Τελικά, την πούλησε, παρά τη θέλησή της, 16 χρονών κοριτσάκι σε έναν μεσήλικα γαιοκτήμονα με αντάλλαγμα το κρέας και τα τυριά των επόμενων 3 χρόνων. Μερικά κιλά κρέας και κάμποσα κεφάλια τυρί… τόσο άξιζε για αυτόν η ζωή της κόρη του. Σαν κρέας την αγόρασε και σαν κρέας τη μεταχειρίστηκε το κάθαρμα, δυο παιδιά έχασε από τους ξυλοδαρμούς του, τον ανέχτηκε για τέσσερα χρόνια, τέσσερις αιώνες ολόκληρους, ώσπου έφυγε ένα βράδυ, που στεκόταν από πάνω του ώρες με το μαχαίρι στο χέρι, έτοιμη να του κόψει το λαρύγγι μέσα στον ύπνο του. Δεν το έκανε… δεν ήθελε να γίνει σαν τα μούτρα του… όμως μα τω Θεώ αν την άγγιζε ξανά, θα τον ξεκοίλιαζε… τότε κατάλαβε πως είχε έρθει η στιγμή να φύγει, να σωθεί πριν χάσει τα λογικά της. Τίποτα δεν πήρε μαζί της, ούτε ρούχα ούτε χρήματα. Αλλόφρων άνοιξε την πόρτα, μόνο τα ρούχα της, το παλτό της και τη φωτογραφία της μάνας της πήρε, μόνο να τρέξει, να τρέξει όσο γίνεται πιο μακριά, να τρέξει μην τυχόν και ξυπνήσει το τέρας και την προλάβει… Κι έτρεξε, έτρεξε σαν τον άνεμο, έτρεξε όσο ποτέ δεν είχε τρέξει, βγήκε από το χωριό της και συνέχισε να τρέχει, έφτασε στην Ξάνθη, ξημέρωνε κι έκανε κρύο, τα πόδια της λύγισαν, έπεσε λιπόθυμη μέσα σε μια οικοδομή εγκαταλειμμένη. Όταν ξύπνησε ήταν νύχτα, ούτε ήξερε πόσο είχε μείνει εκεί, ήταν εξαντλημένη, δεν μπορούσε να κουνηθεί σχεδόν. Με μεγάλο κόπο, βγήκε έξω, το στομάχι της είχε αρχίσει να διαμαρτύρεται, αλλά δεν είχε τίποτα μαζί της. Να ζητιανέψει δεν της πήγαινε, στην αστυνομία δεν τολμούσε να πάει, ο άντρας της είχε πολλές γνωριμίες, βρέθηκε να ψάχνει για υπολείμματα σε έναν κάδο σκουπιδιών. Βρήκε κάτι μισοφαγωμένα μπιφτέκια και λίγες ντομάτες σχεδόν σάπιες και τα καταβρόχθισε με λαιμαργία. Καθώς συνειδητοποίησε τι έκανε, της ήρθε αναγούλα κι άδειασε το περιεχόμενο του στομαχιού της στο πεζοδρόμιο. Γονάτισε δίπλα στον κάδο κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Εκεί την βρήκε η κυρία Κατερίνα, τη μάζεψε στο σπίτι της, την τάισε, την άφησε να κάνει μπάνιο και να ηρεμήσει κάπως, φαινόταν πως είχε περάσει πολλά.


-Έννοια σου και ξέρω τι κάνω. Όχι, δεν φοβάμαι, βασανισμένο κορίτσι είναι. Ώχου μωρέ Βασίλη, άσε με ήσυχη, μεγάλη γυναίκα είμαι, δεν θα μου αλλάξεις τώρα εσύ τα μυαλά!


Την άκουσε η Φωτεινή τη συζήτηση με το γιο της που τη μάλωνε που έβαλε μια άγνωστη από το δρόμο στο σπίτι της. «Δίκιο έχει το παλικάρι» σκέφτηκε κι έκανε να φύγει, το τελευταίο που ήθελε ήταν να της δημιουργήσει προβλήματα. Η κυρία Κατερίνα την πρόλαβε.


-Άκου να δεις κορίτσι μου, είμαι σε μια ηλικία που έχουν δει πολλά τα μάτια μου και τον κακό τον άνθρωπο ξέρω και τον ξεχωρίζω. Κάτσε.. να πιούμε ένα κρασί… να μου τα πεις αν θες να ξαλαφρώσεις.


Μάτι δεν έκλεισαν όλη τη νύχτα οι δυο γυναίκες. Έκλαιγε κι έλεγε η Φωτεινή, έλεγε κι έκλαιγε. Έκλαιγε κι η κυρία Κατερίνα που ένιωθε τον πόνο να βγαίνει από την ψυχούλα της… μια ηλικία είχε με τη μικρή της κόρη, που σπούδαζε Θεσσαλονίκη. «Καλύτερα στο δρόμο παρά να ξαναγυρίσω εκεί» της έλεγε κάθε τόσο. Το πρωί τις βρήκε αγκαλιά, η Φωτεινή αντάμωσε τη μάνα που τόσο της έλειπε κι αποκοιμήθηκε καθώς η κυρία Κατερίνα της χάιδευε τα μαλλιά στοργικά.

Από το βράδυ εκείνο αχώριστες έγιναν. Σε όλα σαν μάνα πράγματι της στάθηκε. Και λεφτά της έδωσε και δουλειά τη βοήθησε να βρει και δικηγόρο έβαλε να της κάνει τα χαρτιά για το διαζύγιο. Κι όταν ο προκομμένος έκανε το λάθος να εμφανιστεί στην πόρτα της να της ζητήσει το λόγο, τον στόλισε κανονικά. Και μετά του έστειλε ένα γειτονόπουλο αθλητή μαζί με δυο φίλους του να του παραδώσουν ένα μήνυμα, μη και τολμήσει να πλησιάσει ξανά τη Φωτεινή. Του το παρέδωσαν πράγματι. Μαζί με μερικές κλωτσιές και μια φωτιά στο αυτοκίνητό του. 


-Αμ ξέρουμε κι εμείς να παίζουμε βρώμικα κύριε! Μουρμούρισε χαμογελώντας μόλις έμαθε ότι το είχε βάλει στα πόδια τρέχοντας. Ήξερε πόσο θρασύδειλοι είναι αυτοί οι άντρες- ο Θεός να τους κάνει- κι ήταν σίγουρη πως είχε καταλάβει καλά την προειδοποίηση και θα τις άφηνε ήσυχες. Έτσι κι έγινε. Λίγους μήνες αργότερα η Φωτεινή έπιασε σπίτι δικό της. Όμως η επίσκεψη στην κυρία Κατερίνα έγινε αγαπημένη καθημερινή συνήθεια. Κάθε μέρα ανελλιπώς, εδώ και δυόμιση χρόνια."